Διαταραχές της Προσωπικότητας: Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητα

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων,

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας το άτομο παρουσιάζει ένα διάχυτο πρότυπο περιφρόνησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των άλλων. Για να διαγνωσθεί το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας θα πρέπει να εμφανίζει κάποια από τα ακόλουθα:

  • Αποτυχία να συμμορφωθεί με τις κοινωνικές σταθερές που αφορούν τη σύννομη συμπεριφορά, όπως φαίνεται από επανειλημμένα διενεργούμενες πράξεις, οι οποίες αποτελούν λόγο σύλληψης.
  • Δολιότητα, όπως φαίνεται από επανειλημμένα ψέματα, χρήση ψευδωνύμων ή εξαπατηση των άλλων για προσωπικό κέρδος ή ευχαρίστηση.
  • Παρορμητικότητα ή αποτυχία να προγραμματίσει για το μέλλον.
  • Ευερεθιστότητα και επιθετικότητα, όπως φαίνεται από επανειλημμένους διαπληκτισμούς ή βιαιοπραγίες.
  • Απερίσκεπτη αδιαφορία για την ασφάλεια του εαυτού ή των άλλων.
  • Σταθερή ανευθυνότητα, όπως φαίνεται από επαναλαμβανόμενη αποτυχία να διατηρήσει σταθερή εργασιακή συμπεριφορά ή να ανταποκριθεί σε οικονομικές υποχρεώσεις.
  • Έλλειψη μεταμέλειας, όπως φαίνεται από το ότι αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή εκλογικεύει το γεγονός ότι έχει βλάψει, κακομεταχειριστεί ή κλέψει άλλους.
  • Το άτομο είναι ενήλικο, τουλάχιστον 18 ετών.
  • Υπάρχει απόδειξη ύπαρξης της Διαταραχής της Διαγωγής με έναρξη πριν την ηλικία των 15 ετών.
  • Κλινική Εικόνα

    Το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας παρουσιάζει έντονη επιθετικότητα προς ανθρώπους και ζώα, ασκώντας βάναυσες συμπεριφορές. Συχνά εκφοβίζει, τρομάζει και απειλεί τους άλλους. Χειροδικεί και ξεκινά καυγάδες. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιήσει ως «όπλο» κάτι που μπορεί να προκαλέσει σωματική βλάβη σε κάποιον (για παράδειγμα ένα τούβλο, ένα σπασμένο μπουκάλι, ένα μαχαίρι).

    Εμπλέκεται σε κλοπές π.χ. ληστεία, αρπαγή τσάντας, εκβιασμός, ένοπλη ληστεία κλπ. Μπορεί επίσης να διαρρήξει το σπίτι, το κτίριο ή το αυτοκίνητο κάποιου άλλου. Ασκεί εκφοβισμό (bullying) και στο ιστορικό του πιθανόν να έχει αναγκάσει κάποιο άτομο να ενδώσει σε σεξουαλική δραστηριότητα μαζί του.

    Σε τακτά χρονικά διάστημα λέει ψέματα προκειμένου να αποκτήσει αγαθά ή την εύνοια κάποιου, ή για να αποφύγει υποχρεώσεις και ευθύνες, εξαπατώντας τους άλλους. Μπορεί να υπεξαιρέσει πράγματα που έχουν αξία χωρίς να αντιπαρατεθεί με ένα θύμα (π.χ. κλοπη πραγμάτων από ένα φιλικό σπίτι, πλαστογραφία κ.α.).

    Ο αντικοινωνικός μπορεί να εμπλέκεται και σε διαδικασίες που έχουν να κάνουν με καταστροφές στην πρόκληση της περιουσίας των άλλων. Μπορεί για παράδειγμα να λάβει μέρος στην πρόκληση μίας πυρκαγιάς ή δολιοφθοράς σε ένα ακίνητο, με την πρόθεση να προκαλέσει σοβαρή ζημιά. Σκόπιμα δηλαδή να προβεί σε καταστροφή ξένης ιδιοκτησίας.

    Το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή παραβιάζει νόμους και κανόνες. Ο ανήλικος «αντικοινωνικός» τείνει να μην υπακούει, να μένει έξω τη νύχτα παρά τις γονικές συστάσεις και απαγορεύσεις. Πιθανόν να φύγει από το σπίτι ενώ ζει με τους γονείς και να απουσιάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν επιστρέψει. Συχνά «το σκάει» από το σχολείο του και άλλες υποχρεώσεις.

    Ο Αντικοινωνικός είναι συνήθως χειριστικός, ανάλγητος και διακατέχεται από εχθρότητα και ανταγωνιστικότητα. Είναι έκδηλη η έλλειψη αναστολών και η παρορμητικότητα του. Παρουσιάζει έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων όπως ο σεβασμός, η υπευθυνότητα, η τιμιότητα και η ευγένεια.

    Συχνά είναι χρήστης αλκοόλ/ναρκωτικών, έχει άγχος και καταθλιπτικό συναίσθημα, πιθανον να είναι άνεργος, ή να έχει παραβατική/εγκληματική συμπεριφορά. Ωστόσο, ορισμένα άτομα με Αντικοινωνική Διαταραχή ελίσσονται και φτάνουν σε υψηλές θέσεις εξουσίας στην κοινωνία μέσω χειραγώγησης και εξαπάτησης (π.χ. πολιτικοί). Σε αυτές τις περιπτώσεις η διαταραχή μπορεί να συγκαλύπτεται μέσα από την ανάλογη θέση εξουσίας που έχει το άτομο, συχνά παρουσιάζοντας ένα εντελώς διαφορετικό προσωπείο προς τα έξω.

    Αιτίες – Παράγοντες Πρόκλησης

    Το άτομο μπορεί να είναι πιο ευάλωτο στην εμφάνιση Αντικοινωνικής Διαταραχής ως αποτέλεσμα συγκεκριμένου γενετικού/βιολογικού του υπόβαθρου, όμως αυτό θεωρείται ότι παίζει ρόλο μόνο όταν το άτομο εκτίθεται επίσης σε δυσμενείς και δύσκολες συνθήκες, όπως για παράδειγμα κακοποίηση και παραμέληση. Παράγοντες επικινδυνότητας για την πρόκληση της εν λόγω διαταραχής επίσης αποτελούν η χρήση ουσιών ή άλλες προϋπάρχουσες διαταραχές στη συμπεριφορά που είχε το άτομο στην παιδική και εφηβική ηλικία.

    Η οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Οι γονείς του ατόμου συχνά παρουσιάζουν και οι ίδιοι ένα υψηλό επίπεδο αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι γονείς ανήλικων παραβατών ήταν αλκοολικοί ή εγκληματίες, και τα σπίτια τους ήταν συνήθως διαταραγμένα από χωρισμό ή την απουσία ενός γονέα. Πολλές φορές το άτομο με βάση αυτές τις συνθήκες αλλά και ακόμα χειρότερες δυσκολεύεται να αναπτύξει σταθερούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους φροντιστές του και οδηγείται σε σκληρές συμπεριφορές.

    Η έλλειψη πειθαρχίας και η ανεπαρκής επίβλεψη των γονέων συνδέονται επίσης με την αντικοινωνική συμπεριφορά των παιδιών.

    Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί να φτάσει στην ενήλικη ζωή έχοντας συναισθηματικά τραύματα. Με το να μην έχει αναπτύξει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, είναι απορροφημένο από τον εαυτό του και αδιάφορο για τους άλλους. Η έλλειψη σταθερής πειθαρχίας καταλήγει σε μη συμμόρφωση προς τους κανόνες και αίσθημα ανικανοποίητου. Έτσι από το άτομο απουσιάζουν τα κατάλληλα πρότυπα και μαθαίνει να χρησιμοποιεί την επιθετικότητα για να σχετιστεί και να επιλύσει τις διαφορές του, αποτυγχάνοντας να αναπτύξει ενσυναίσθηση και ενδιαφέρον για τους γύρω του.

    Η παιδική κακοποίηση έχει επίσης συσχετισθεί με την εκδήλωση της Αντικοινωνικής Διατραχής. Ο Αντικοινωνικός είναι περισσότερο πιθανόν να έχει κακοποιηθεί ως παιδί. Σε πολλές περιπτώσεις, η κακοποίηση γίνεται μια μαθημένη συμπεριφορά που τα πρώην κακοποιημένα άτομα διαιωνίζουν με τα δικά τους παιδιά (θύτης = προηγουμένως θύμα). Επιπλέον, στρεσογόνα ή τραυματικά γεγονότα μπορεί να διαταράξουν τη φυσιολογική ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, πυροδοτώντας την έκκριση ορμονών και άλλων χημικών ουσιών του εγκεφάλου, προκαλώντας δυσλειτουργίες.

    Διαφοροδιάγνωση

    Είναι αναγκαίο να γίνει προσεκτική και διεξοδική αξιολόγηση για να διαγνωστεί η Αντικοινωνική Διαταραχή καθώς συχνά συγχέεται με την εγκληματική δραστηριότητα (δεν έχουν όλοι οι εγκληματίες αυτή τη διαταραχή), με ενήλικη αντικοινωνική συμπεριφορά καθώς και άλλες δραστηριότητες οι οποίες δεν δικαιολογούν τη διάγνωση διαταραχής προσωπικότητας.

    Πιο συγκεκριμένη, πολλές φορές η Αντικοινωνική Διαταραχή ίσως συγχέεται με την Οριακή Διαταραχή της Προσωπικότητας λόγω της αυτοκαταστροφικής και επιθετικής συμπεριφοράς. Στην Οριακή Διαταραχή όμως, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά είναι συχνότερη. Επίσης το άτομο διακατέχεται από αισθήματα ενοχής και αυτοκατηγορίας μετά από μιά άσχημη πράξη στην οποία προέβη, πράγμα που δεν εντοπίζεται σε έναν Αντικοινωνικό.

    Όσον αφορά την Διαταραχή της Διαγωγής (διαταραχή της παιδικής ηλικίας) άσχετα με το αν προδιαθέτει για μετέπειτα εκδήλωση της Αντικοινωνικής Διαταραχής, η διάγνωση της Αντικοινωνικής δεν μπορεί να δοθεί στα παιδιά, αλλά μόνο σε ενήλικες άνω των 18 ετών.

    Συχνή είναι η συνύπαρξη της Αντικοινωνικής και της Διαταραχής λόγω χρήσης Ψυχοδραστικών ουσιών, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις αλληλοσυμπληρώνονται τα κριτήρια και μπορούν να δοθούν και οι δύο διαγνώσεις. Μπορεί όμως και να υπάρχει μόνο αντικοινωνική συμπεριφορά σε ένα άτομο που κάνει χρήση ουσιών, χωρίς ιστορικό συμπτωμάτων.

    Συχνά η Αντικοινωνική Διαταραχή, ομοιάζει με Μανιακό επεισόδιο σε ορισμένες εκφάνσεις της. Όμως η μανία περιλαμβάνει αντικοινωνική συμπεριφορά, που είναι καθαρά επεισοδιακή και συνοδεύεται από έντονη και ευμετάβλητη διάθεση. Επίσης, δεν υπάρχει στο ιστορικό του ατόμου με μανία η Διαταραχή της Διαγωγής στην παιδική ηλικία (όπως συναντάται συνήθως στο ιστορικό του ατόμου με Αντικοινωνική Διαταραχή).

    Αντιμετώπιση

    Το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή παρουσιάζει μία έντονη περιφρόνηση για τα προβλήματα που δημιουργεί στους άλλους. Συνήθως η έλευση του για θεραπευτική διαδικασία είναι ακούσια, και γίνεται μόνο κάτω από συνθήκες που το αναγκάζουν να το κάνει (π.χ. μία δικαστική διαμάχη, μία γνωμάτευση από ψυχίατρο κλπ). Παρόλα αυτά αν εγκαθιδρυθεί μια καλή και ισχυρή σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, ίσως η ίδια η σχέση να αποτελέσει την καλύτερη θεραπευτική παρέμβαση.

    Χαρακτηριστικό του ατόμου με Αντικοινωνική Διαταραχή είναι η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ συναισθημάτων και συμπεριφορών. Είναι σημαντικό για το άτομο να μπορέσει να κάνει συνδέσεις ανάμεσα στις πράξεις και στα συναισθήματά του. Τα συναισθήματα είναι συνήθως μια βασική πτυχή της θεραπείας αυτής της διαταραχής. Ο Αντικοινωνικός φαίνεται να είχε ελάχιστες ή καμία συναισθηματικά ικανοποιητική και σημαντική σχέση στη ζωή του, οπότε η θεραπευτική σχέση μπορεί να είναι μία από τις πρώτες. Αυτό ίσως είναι πολύ δύσκολο και απειλητικό για το άτομο αρχικά και μπορεί να γίνει ανυπόφορο. Μια στενή θεραπευτική σχέση μπορεί να προκύψει μόνο όταν έχει εγκαθιδρυθεί μια σταθερή συμπάθεια και επικοινωνία με τον θεραπευόμενο και εκείνος μπορεί μέσα του να εμπιστεύεται τον θεραπευτή. Ουσιαστικά χρειάζεται μέσα από την θεραπεία του να «μάθει» να σχετίζεται και να αισθάνεται.

    Επομένως, το περιεχόμενο της θεραπείας θα πρέπει να επικεντρωθεί στα συναισθήματα του θεραπευόμενου ή στην έλλειψη αυτών. Η ενίσχυση και η ώθηση του ατόμου να βιώσει και άλλα συναισθήματα πέρα από το θυμό ή την απογοήτευση, είναι συνήθως ευεργετική. Η βίωση έντονου συναισθήματος είναι συνήθως ένα σημάδι προόδου στη θεραπεία. Το να αφορά η θεραπευτική διαδικασία καθημερινά ζητήματα και ανησυχίες της πραγματικής ζωής, είναι ένας τρόπος θεραπευτικής αντιμετώπισης αυτής της διαταραχής αλλά πιθανότατα όχι τόσο αποτελεσματικός για την αλλαγή της συμπεριφοράς μακροπρόθεσμα. Είναι περισσότερο αναγκαία μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στην ανακάλυψη και την ταυτοποίηση κατάλληλων συναισθηματικών καταστάσεων.

    Συνήθως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να μπορέσει το άτομο να αλλάξει τις δυσλειρουργικές συμπεριφορές του, είναι να χρειαστεί να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες της συμπεριφοράς του.

    Βιβλιογραφία

    American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

    National Collaborating Centre for Mental Health (UK), Antisocial Personality Disorder, The British Psychological Society & The Royal College of Psychiatrists, 2010.

    Snow J.B, Antisocial Personality Disorder: A Guide About People With Little Regard for Others, J.B. Snow Publishing, 2015.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
    697 2603645 • 2810 226993
    http://www.angelikitsagkaraki.com

    Διαταραχές της Προσωπικότητας: Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας

    Διαταραχές της Προσωπικότητας: Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας

    Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

    • την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.
    • την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).
    • την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.
    • τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

    Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

    Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας – Διάγνωση

    Στη Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας το άτομο παρουσιάζει κοινωνικά και διαπροσωπικά ελλείματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από οξεία δυσφορία και μειωμένη ικανότητα για στενές σχέσεις, καθώς επίσης, από γνωστικές αντιληπτικές παραμορφώσεις και εκκεντρικότητες της συμπεριφοράς.

    Για να διαγνωσθεί το άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή Προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζει τα εξής ακόλουθα:

    • Ιδέες Συσχέτισης (δίνουν την αίσθηση στο άτομο ότι αποτελεί το επίκεντρο περιβαλλοντικών ερεθισμάτων τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία).   
    • Αλλόκοτες πεποιθήσεις ή μαγική σκέψη που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και είναι μη συμβατές με τις σταθερές του υποπολιτισμικού προτύπου στο οποίο ανήκει (π.χ. δεισιδαιμονία, πίστη σε μαντικές ικανότητες, τηλεπάθεια, «έκτη αίσθηση», αλλόκοτες φαντασιώσεις ή ενασχολήσεις).
    • Ασυνήθιστες αντιληπτικές εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένων σωματικών παραισθήσεων.
    • Αλλόκοτη σκέψη και αλλόκοτος λόγος (π.χ. ασαφής, περιστασιακός, μεταφορικός, υπερεπεξεργασμένος, στερεότυπος).
    • Καχυποψία ή παρανοειδής ιδεασμός.
    • Απρόσφορο ή περιεσφιγμένο συναίσθημα.
    • Συμπεριφορά ή εμφάνιση που είναι αλλόκοτη, εκκεντρική ή ιδιόρρυθμη.
    • Έλλειψη στενών φίλων ή εμπίστων προσώπων πέρα από συγγενείς πρώτου βαθμού.
    • Υπερβολικό κοινωνικό άγχος το οποίο δεν εξαλείφεται με την οικειότητα και τείνει να συνδέεται περισσότερο με παρανοειδείς φόβους παρά με αρνητικές κρίσεις για τον εαυτό.

    Κλινική Εικόνα

    Το άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας είναι εντυπωσιακά παράξενο και ασυνήθιστο. Η μαγική σκέψη, οι παράξενες ιδέες, οι ιδέες αναφοράς, οι παραισθήσεις και η αποπραγματοποίηση* είναι τμήμα του κόσμου του σχιζότυπου ατόμου. Στη Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας, η σκέψη και η επικοινωνία είναι διαταραγμένες. Το άτομο φτάνει στο σημείο να μην γνωρίζει τα ίδια του τα συναισθήματα, είναι όμως εξαιρετικά ευαίσθητο στο να ανιχνεύει τα συναισθήματα των άλλων, ιδιαίτερα τα αρνητικά, όπως ο θύμος.

    Συχνά το άτομο είναι προληπτικό ή ισχυρίζεται ότι έχει μαντικές ικανότητες. Ο εσωτερικός του κόσμος μπορεί να είναι γεμάτος με ζωηρές φανταστικές σχέσεις, παιδικόμορφους φόβους και φαντασιώσεις. Μπορεί να πιστεύει ότι έχει ιδιαίτερες δυνάμεις σκέψεις και ενοράσεις. Αν και η πραγματική διαταραχή της σκέψης απουσιάζει, ο λόγος του μπορεί να χρειάζεται ερμηνεία, συχνά είναι παράξενος, ιδιόμορφος και έχει νόημα μόνο γι’αυτόν. Συνήθως αλλάζει θέμα συζήτησης με γρήγορο ρυθμό. Αν ερωτηθεί θα παραδεχτεί ότι έχει αντιληπτικές παραισθήσεις και ότι οι άλλοι άνθρωποι του φαίνονται ξύλινοι και όμοιοι μεταξύ τους.

    Παρουσιάζει φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις και μπορεί να ενεργεί με απρόσφορο τρόπο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι απομονωμένο και να μην έχει σχεδόν καθόλου φίλους. Υπό συνθήκες στρες, το άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας μπορεί να αποδιοργανωθεί και να έχει ψυχωσικά συμπτώματα, αλλά συνήθως αυτά είναι μικρής διάρκειας. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανίσει ανηδονία και κατάθλιψη.

    Αιτίες – Παράγοντες Πρόκλησης

    Στο ιστορικό του ατόμου με Σχιζότυπη Διαταραχή υπάρχει συχνά ένα οικογενειακό περιβάλλον με υπερβολική αδιαφορία, τυπικότητα, ή απάθεια. Η οικογένεια παρέχει ένα επαρκές μοντέλο για την ανάπτυξη μακροχρόνιων πρότυπων κοινωνικής απόσυρσης, διαπροσωπικής αδιαφορίας και αμηχανίας, σε σχέση με την αλληλεπίδραση και την επικοινωνία. Οι ελλείψεις στο επίπεδο της κοινωνικότητας έχουν σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή απόσυρση από τις ανθρώπινες επαφές και την απομάκρυνση του από το μοίρασμα, την ανάπτυξη και γενικότερα τη συμμετοχή σε κοινωνικές εμπειρίες.

    Εξελικτικά, το άτομο είναι αρκετά πιθανό να έχει εκτεθεί σε απόρριψη, ταπείνωση και υποτίμηση. Σαν αποτέλεσμα, αναπτύσσει συναισθήματα αναξιότητας, χαμηλής αυτοεκτίμησης και μία εδραιωμένη δυσπιστία προς τους άλλους. Σαν στρατηγική αμύνας έχει υιοθετήσει την τήρηση αποστάσεων από τους άλλους, την απομόνωση των συναισθημάτων και την απομάκρυνση από την κοινωνία. Εντέλει αυτό προκαλεί μία πλήρη αποφυγή της αλληλεπίδρασης με τους άλλους, όπου υπό το καθεστώς φόβου το ατόμο τρομάζει στην ιδέα μίας οποιασδήποτε αρνητικής αξιολόγησης. Είναι τόσο πεπεισμένο για την αναξιότητα του, ώσπου σταδιακά φτάνει στο επίπεδο να αρνείται τον ίδιο του, τον εαυτό.

    Συμφωνα με την ψυχαναλυτική θεώρηση ο σχιζότυπος κατέχει ένα υπολειμματικό υπερεγώ*, το οποίο δεν καταφέρνει να περιορίσει επαρκώς τις ορμές και τη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα το άτομο συχνά να καταλήγει με βαθύ αίσθημα ενοχής. Υπό κανονικές συνθήκες, η δομή του υπερεγώ δημιουργείται από την εσωτερίκευση των αναστολών και απαγορεύσεων των πρώτων προσώπων φροντίδας, τα οποία έτσι μετουσιώνονται σε εσωτερικευμένα αντικείμενα, τα λεγόμενα «επιβαλλόμενα». Η υπολειμματική λειτουργία της δομής αυτής δημιουργεί έναν όχι επαρκώς καθορισμένο άξονα αναφοράς για το άτομο αυτό, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία σύγχυση σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι. Η κατάσταση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την ασυνείδητη δημιουργία άγχους και ταυτόχρονα, την παραγωγή παράξενων και ιδιοσυγκρασιακών σκέψεων, οι οποίες απλά αντανακλούν μία αντιστροφή ή αναίρεση των ορμών και των απαγορευμένων επιθυμιών, κατά τρόπο που η απαγορευμένη πράξη ακυρώνεται, ένας μηχανισμός άμυνας γνωστός σαν «αναίρεση*». Όλα τα θετικά συμπτώματα θεωρούνται ότι εξυπηρετούν την εξάλειψη του άγχους του ατόμου. Ωστόσο, επειδή ακριβώς αισθάνεται το περιβάλλον απειλητικό στρέφεται προς την φαντασία. Με τον τρόπο αυτό όμως, περνάει πολύ χρόνο στην όξυνση παλαιών τραυμάτων και άσχημων στιγμών, υπάρχει δηλαδή μία αναπαραγωγή των γεγονότων που έχουν φέρει πόνο στο παρελθόν. Η έλλειψη της ικανότητας αντίστασης σε αυτές τις άσχημες σκέψεις (στο μηρυκασμό), επιφέρει μία μείωση της αυτοπεποίθησης, η οποία τελικά παίρνει τη μορφή της αυτοκριτικής. Το άτομο βιώνει το αδιέξοδο του και θεωρεί ότι εφόσον δεν μπορεί να ξεφύγει από τις δικές του σκέψεις αυτοκριτικής και από το αίσθημα αναξιότητας, θα προσπαθεί να μπλοκάρει και να καταστρέψει κάθε ίχνος γνωσιακής λειτουργίας.

    Σύμφωνα με την γνωσιακή θεώρηση, υπάρχουν ερευνητικές ενδείξεις που προτείνουν ότι οι παρανοϊκές πεποιθήσεις προέρχονται από την εξωτερική αιτιολόγηση των αρνητικών γεγονότων και από σφάλματα στη διαδικασία επεξεργασίας πληροφοριών (παρερμηνείες). Παρομοίως, το άγχος που συνδέεται με ψευδαισθητικές εμπειρίες είναι το αποτέλεσμα λανθασμένων ερμηνειών που οι άνθρωποι κάνουν σχετικά με αυτές.

    Συντελεστικές πεποιθήσεις του Σχιζότυπου

    • Αν είμαι πολύ διαφορετικός τότε οι άλλοι θα με παρατηρήσουν.

    • Αν έχω ασυνήθιστες εμπειρίες, τότε μπορώ να γίνω σημαντικός.

    • Αν οι άνθρωποι προσέξουν πόσο περίεργος είμαι, τότε θα ενδιαφερθούν για εμένα.

    • Αν αφήσω τους άλλους να δουν ότι είμαι στενοχωρημένος τότε θα με πληγώσουν περισσότερο.

    Διαφοροδιάγνωση

    Όσον αφορά την Σχιζότυπη και την Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας παρατηρούμε επικάλυψη σε κλινικά σημεία, όπως το ότι και οι δύο διαταραχές παρουσιάζουν παροδικά ψυχωσικά επεισόδια και συναισθηματικές δυσκολίες. Η Σχιζότυπη Διαταραχή Προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από ακαταλληλότητα ως προς το συναίσθημα και την αντίδραση, ενώ η Οριακή από αστάθεια και από γρήγορες εναλλαγές στο συναίσθημα (mood shifts). Το άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή επιθυμεί την απομάκρυνση ενώ το άτομο με Οριακή Διαταραχή απεναντίας θέλει οικειότητα και προσπαθεί να αποφύγει την εγκατάλειψη.

    Όσον αφορά το άτομο με Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας και το άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή, ο σχιζότυπος επιθυμεί την κοινωνική απομόνωση εξαιτίας επαναλαμβανόμενων και εχθρικών ενδείξεων από το περιβάλλον. Αντίθετα, ο παρανοϊκός ευθέως καταστρέφει τις προσωπικές του σχέσεις με το να επιρρίπτει κακόβουλα κίνητρα στους άλλους (κατηγορίες). Στην Παρανοειδή Διαταραχή το άτομο μοιάζει ψυχρό και απόμακρο, ενώ στην Σχιζότυπη όχι. Το άτομο με Παρανοειδή Διαταραχή χαρακτηρίζεται από καχυποψία αλλά δεν έχει την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του σχιζότυπου. Ουσιαστικά ο σχιζότυπος «επιλεγεί» την απόρριψη του κόσμου ενώ ο παρανοϊκός απορρίπτεται από αυτόν.

    Παρερμηνείες στην διάγνωση ενδεχομένως να προκύπτουν όσον αφορά την Σχιζότυπη Διαταραχή και την Σχιζοφρένεια. Στην Σχιζοφρένεια όμως τα συμπτώματα πρέπει να είναι παρόντα πριν την έναρξη ψυχωσικού επεισοδίου και να επιμένουν ακόμα και όταν τα ψυχωσικά συμπτώματα υποχωρούν. Η ψυχωσική εμπειρία των ατόμων με Σχιζότυπη Διαταραχή Προσωπικότητας συνήθως είναι λιγότερο έντονη, προκαλεί μικρότερη έκπτωση στη λειτουργικότητα και δεν υποστηρίζεται με τόση βεβαιότητα από το άτομο, τα συμπτώματα δηλαδή είναι σύντομα και αποσπασματικά.

    Αντιμετώπιση

    Τα άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή θεωρει συνήθως ότι είναι απλώς εκκεντρικό ή μη συμβατικό. Τείνει να υποτιμά την ακαταλληλότητα της κοινωνικής του απομόνωσης και των αντιληπτικών του στρεβλώσεων. Επομένως δεν είναι τόσο εύκολο να κερδίσουμε τη σχέση με τον σχιζότυπο, λόγω του γεγονότος ότι η αυξανόμενη εξοικείωση και η οικειότητα συνήθως αυξάνουν το επίπεδο άγχους και δυσφορίας του.

    Για να αντιμετωπιστεί η Σχιζότυπη Διαταραχή είναι αναγκαίος ο συνεχής έλεγχος της πραγματικότητας καθώς και η επανάληψη ομοίων συζητήσεων, για να εμπεδώσει το άτομο ορισμένα καίριας σημασίας γεγονότα. Το άτομο χρειάζεται να εκπαιδευτεί στις κοινωνικές δεξιότητες και είναι σημαντική ή ψυχοεκπαίδευση προσαρμοσμένη στη εν λόγω διαταραχή. Στο πλαίσιο της θεραπευτικής παρέμβασης μπορεί να χρησιμοποιηθούν τεχνικές αναδόμησης της σκέψης, οι οποίες εξετάζουν τη λογική, τη συναισθηματική συλλογιστική, τις αποδείξεις, τις αποδείξεις για το αντίθετο κλπ.

    *Αποπραγματοποίηση: Η παραμόρφωση της αντίληψης του εξωτερικού κόσμου έτσι ώστε να φαίνεται περίεργος ή μη πραγματικός.

    *Υπερεγω: Σύμφωνα με την θεωρία του Freud για την δομή του ανθρωπίνου ψυχικού οργάνου, το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει όλες τις θετικές ηθικές και κοινωνικές αξίες του ατόμου, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο την ηθική συνείδηση.

    *Αναίρεση (ή Ακύρωση): Προσπάθεια να εξαλείψουμε μια άσχημη ενέργεια μας, παριστάνοντας σα να μην έχει συμβεί και παράλληλα κάνοντας μία αντίθετη της, θετική ενέργεια. Προσπαθούμε ουσιαστικά να περιορίσουμε το αρνητικό συναίσθημα που αισθανόμαστε με μια επιδιορθωτική κινηση.

    Βιβλιογραφία

    American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

    McWilliams Nancy, Ψυχαναλυτική Διάγνωση. Μτφρ. Καραμπέτσου Αντωνία, Αναγνωστοπούλου Τάνια. Εκδ. Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας, 2012.

    Schizotypal Personality Disorder (pp. 655–659). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition (2013).

    Siever, L.J. (1992). «Schizophrenia spectrum disorders». Review of Psychiatry. 11: 25–42.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
    697 2603645 • 2810 226993
    http://www.angelikitsagkaraki.com

     

     

     

    Διαταραχές της Προσωπικότητας: Σχιζοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας

    Διαταραχές της Προσωπικότητας: Σχιζοειδής Διαταραχή Προσωπικότητας

    Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

    • τη Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

    • την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

    • την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

    • τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

    Ουσιαστικά, το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον, θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στη λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

    Σχιζοειδής Διαταραχή Προσωπικότητας – Διάγνωση

    Στη Σχιζοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας το άτομο διακατέχεται από ένα πρότυπο απόσπασης από κοινωνικές σχέσεις και περιορισμένο εύρος έκφρασης συγκινήσεων σε διαπροσωπικές σχέσεις. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας θα πρέπει να παρουσιάζει τα ακόλουθα:

    • Να μην επιθυμεί, ούτε να απολαμβάνει τις στενές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένου του να είναι μέρος μιας οικογένειας.
    • Σχεδόν πάντα να επιλέγει μοναχικές δραστηριότητες.
    • Να μην δείχνει παρά μικρό ή κανένα ενδιαφέρον να έχει σεξουαλικές εμπειρίες με άλλο άτομο.
    • Να μην παίρνει ευχαρίστηση παρά σε λίγες, ή καμία, δραστηριότητες.
    • Να στερείται στενών φίλων ή έμπιστων προσώπων πέρα από συγγενείς πρώτου βαθμού.
    • Να φαίνεται να αδιαφορεί για τον έπαινο ή την κριτική των άλλων.
    • Να δείχνει συγκινησιακή ψυχρότητα, απόσπαση ή επιπεδωμένη συναισθηματικότητα.

    Κλινική Εικόνα

    Στο άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας το συναίσθημα μοιάζει περιορισμένο και το άτομο φαίνεται απόμακρο ή υπερβολικά σοβαρό. Αν κάποιος όμως διακρίνει πίσω από αυτό το «προκάλυμμα» της αποστασιοποίησης, εντοπίζει εύκολα το φόβο αυτού του ατόμου. Στη Σχιζοειδή Προσωπικότητα είναι συχνή η δυσκολία να αντιδράσει το άτομο με ξεγνοιασιά και οι προσπάθειες για χιούμορ πολλές φορές μπορεί να φαίνονται εφηβικές ή άστοχες.

    Ως προς τον λόγο του, ο Σχιζοειδής είναι πάντα συγκροτημένος, στοχοκατευθυνόμενος και είναι πιθανό να δίνει σύντομες, συνοπτικές απαντήσεις στις ερωτήσεις. Συχνά αποφεύγει την συζήτηση και τα «πολλά λόγια». Αρκετά συχνά χρησιμοποιεί ασυνήθιστα σχήματα λόγου όπως μια παράξενη αλληγορία.
    Συχνά εκφράζει μια αδικαιολόγητη αίσθηση οικειότητας με άτομα που δεν γνωρίζει καλά ή που έχει πολύ καιρό να συναντήσει.

    Γοητεύεται και συνήθως υπερεκτιμά άψυχα αντικείμενα και μεταφυσικές θεωρίες. Αρχικά δίνει την εντύπωση ότι είναι ψυχρό και απόμακρο με αποστασιοποιημένη επιφύλαξη και έλλειψη ανάμειξης στα γεγονότα της καθημερινότητας. Το άτομο μοιάζει ήσυχο, απόμακρο, απομονωμένο. Μπορεί να ζει τη ζωή του με εξαιρετικά μικρή ανάγκη ή επιθυμία για συναισθηματικούς δεσμούς με άλλους.

    Η σεξουαλική ζωή του ατόμου με Σχιζοειδή Διαταραχή μπορεί να υπάρχει αποκλειστικά στη φαντασία του και συνήθως αναβάλλεται η σεξουαλική του ωρίμανση του επ’ αόριστον. Οι άνδρες είναι σπάνιο να δεσμευθούν επειδή είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν μια στενή σχέση. Οι γυναίκες μπορεί παθητικά να αποδέχονται έναν επιθετικό άντρα που επιθυμεί δέσμευση η γάμο.

    Συνήθως, το άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή της Προσωπικότητας παρουσιάζει σε όλη τη διάρκεια ζωής του ανικανότητα έκφρασης άμεσου θυμού. Επενδύει έντονη συναισθηματική ενέργεια σε μη ανθρώπινα ενδιαφέροντα, όπως τα μαθηματικά και η αστρονομία και μπορεί να συνδεθεί πολύ στενά με ζώα. Συχνά προσηλώνεται σε μόδες υγιεινής, σε φιλοσοφικά κινήματα για κοινωνική πρόοδο και ιδιαίτερα σε εκείνα που δεν απαιτούν προσωπική ανάμειξη.

    Μοιάζει αυτοαπορροφημένο και υπερασχολούμενο σε τεράστιο βαθμό με φαντασιώσεις αλλά ταυτόχρονα δεν παρουσιάζει απώλεια της ικανότητας αναγνώρισης της πραγματικότητας. Οι επιθετικές και βίαιες πράξεις σπάνια περιλαμβάνονται στο φάσμα των αντιδράσεων του ατόμου αυτού και οι περισσότερες απειλές, πραγματικές ή φανταστικές, αντιμετωπίζονται με φαντασιωσική παντοδυναμία ή με παραίτηση. Συχνά δίνει πραγματικά πρωτότυπες, καινοτόμες και δημιουργικές ιδέες. Είναι άτομο που επιτυγχάνει και διακρίνεται σε ασυνήθιστα για το μέσο όρο επαγγέλματα και ενδιαφέροντα. Η μνήμη και οι άλλες γνωσιακές ικανότητες λειτουργούν σε εξαιρετικά καλό βαθμό.

    Αιτίες – Παράγοντες Πρόκλησης

    Όπως συνήθως συμβαίνει σε οποιαδήποτε διαταραχή οι παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε αυτή, είναι πολυποίκιλοι. Το άτομο που εμφανίζει Σχιζοειδή Διαταραχή της Προσωπικότητας συχνά προέρχεται από ένα περιβάλλον με απόμακρους ή ψυχρούς γονείς. Οι πρώτοι φροντιστές του ατόμου συχνά είναι αποστασιοποιημένοι από την ικανοποίηση των αναγκών του. Είναι συνήθως οι γονείς που αλληλεπιδρούν με μηχανικό αυτοματοποιημένο τρόπο. Το άτομο λοιπόν αναπτύσσει έναν ψευδή εαυτό προκειμένου να ικανοποιήσει τους γονείς. Αυτό οδηγεί σε έλλειψη ταυτότητας και εσωτερικότητας και κατ’ επέκταση σε μια Σχιζοειδή Προσωπικότητα. Όσον αφορά τους βιολογικούς παράγοντες αν και έχει βρεθεί γενετική συσχέτιση για την κληρονομικότητα της Σχιζοειδούς Διαταραχής της Προσωπικότητας, τα ακριβή γονίδια που ευθύνονται για την εκδήλωση της παραμένουν άγνωστα.

    Ψυχαναλυτική Θεώρηση

    • Σύμφωνα με τον Fairbairn (1940): Όταν δεν ικανοποιείται η πείνα του παιδιού, τότε εκείνο θεωρεί ότι υπάρχει απόκρυψη του στήθους. Συμβολικά αυτό μεταφράζεται στο ότι η επιθυμία του επέφερε καταστροφή, άρα τελικά εκείνο αποσύρεται, προκειμένου να προστατεύσει το ποθητό αντικείμενο (στήθος).

    • Ο Deutsch (1942) αναφέρει: Στο παιδί μπορεί να συντελείται μία μηχανική εκμάθηση αλληλεπίδρασης χωρίς συναισθηματικό τόνο, λόγω του περιβάλλοντος του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη ενσυναίσθησης για τους άλλους.

    • Ο Winnicot (1956, 1958) ισχυρίστηκε: Το άτομο δημιουργεί έναν ψευδή εαυτό, που λειτουργεί ως προστασία από τις αποτυχίες του πραγματικού του εαυτού, μοιάζει λοιπόν σαν να «μην αισθάνεται».

    • Σύμφωνα με την McWilliams (1994): Η «αυτιστική» (αυτιστική εννοώντας επικεντρωμένη στον εαυτό) σκέψη του σχιζοειδούς αποτελεί μία προσπάθεια άμυνας απέναντι σε έναν αχόρταγο και καταστρεπτικό κόσμο.

    Ο Winnicott (όπως προαναφέρθηκε) σύμφωνα με την θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων* υποστηρίζει ότι ο σχιζοειδής χρειάζεται την συναισθηματική αλληλεπίδραση, αλλά υπό τους δικούς του όρους και όχι βάσει του καθορισμού της σχέσης από τους άλλους. Αν δεν μπορέσει να σχετιστεί υπό τους όρους του, προτιμά να απομονωθεί και να μην σχετιστεί. Ο D. Laing ισχυρίστηκε ότι η συνεχής απομόνωση από τους άλλους οδηγεί σταδιακά σε μία έκπτωση της κοινωνικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα η αυτοεικόνα να γίνεται όλο και πιο θολή, θαμπή και τελικά να φαίνεται στον ίδιο τον άνθρωπο μη ρεαλιστική.

    Ο Ralph Klein (1995), παραθέτει μια ενδιαφέρουσα οπτική στην οπτική που έχουμε για το άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή. Σύμφωνα με τον Klein το άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή της Προσωπικότητας δεν έχει απαραίτητα την εξωτερική κλινική εικόνα που παρατίθεται από το DSM. Αντιθέτως, φαίνεται κοινωνικά διαθέσιμος, εμπλέκεται σε αλληλεπίδραση με τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα είναι συναισθηματικά αποσυρμένος και βρίσκεται σε κάποιο εσωτερικό ασφαλές σημείο του προσωπικού του κόσμου.

    Η απόσυρση και η αποσύνδεση από τον έξω κόσμο που φαίνεται να είναι ένα χαρακτηριστικό σημείο της παθολογίας, πολλές στιγμές είναι συγκαλυμμένη και όχι προφανής. Η φαντασία χρησιμοποιείται σαν μέσο προαγωγής μιας ιδιάζουσας σχέσης, υπό την έννοια ότι μέσω της φαντασίας και ιδιαίτερα της φαντασίωσης το άτομο θεωρεί ότι έχει σχέση με κάποιους άλλους ανθρώπους ή αντικείμενα, ενώ ταυτόχρονα προστατεύεται από τη συναισθηματική απαίτηση και «υποχρέωση» που έχει η σχέση.

    Ο μηχανισμός άμυνας που χρησιμοποιείται κατεξοχήν από το άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή, είναι αυτός της Παλινδρόμησης*. Στην ουσία ο κλασικός αυτός μηχανισμός άμυνας χρησιμεύει στο άτομο για να αποσυρθεί όντας συντετριμμένο, από τον έξω κόσμο, πίσω σε ένα στάδιο όπου αισθάνεται ασφαλής. Ο μηχανισμός αυτός της παλινδρόμησης περιλαμβάνει δύο διαφορετικούς υπομηχανισμούς: προς τα μπρος και προς τα πίσω. Η προς τα μπρος παλινδρόμηση αναφέρεται στη χρήση της φαντασίας, συχνά με ένα αυτοερωτικό ή δίχως αντικείμενο περιεχόμενο. Η προς τα πίσω παλινδρόμηση, με αυτή την έννοια, αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο και αναπαριστά την ύστατη απόπειρα εύρεσης ενός πλαισίου ασφαλείας και προστασίας.

    Διαφοροδιάγνωση

    Πολλές φορές, η Σχιζοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας συγχέεται με άλλες Διαταραχές Προσωπικότητας και όχι μόνο. Συνήθης είναι η παρομοίωση της με τη Σχιζότυπη Διαταραχή Προσωπικότητας, ακόμα και με την Σχιζοφρένεια. Σε αντίθεση όμως με τους ασθενείς με Σχιζοφρένεια ή με Σχιζότυπη Διαταραχή, τα άτομα με Σχιζοειδή Διαταραχή, δεν έχουν σχιζοφρενείς συγγενείς και μπορεί να έχουν επιτυχημένο επαγγελματικό ιστορικό.

    Η Σχιζοφρένεια διαφέρει επίσης ως προς το ότι παρουσιάζονται διαταραχές στη σκέψη του ατόμου καθώς παραληρητικές ιδέες. Θεωρητικά, η κύρια διάκριση ανάμεσα στο άτομο με Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας και στο άτομο με Σχιδοειδή Διαταραχή της Προσωπικότητας, είναι ότι ο σχιζοτυπικός, παρουσιάζει μεγαλύτερη ομοιότητα με το σχιζοφρενικό ασθενή στην παραδοξότητα της αντίληψης, της σκέψης, της συμπεριφοράς και της επικοινωνίας.

    Πολύ συνήθης είναι η παρερμηνεία της Σχιζοειδούς με την Παρανοειδή Διαταραχή της Προσωπικότητας. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι στην Παρανοειδή Διαταραχή είναι μεγαλύτερη η κοινωνική συμμετοχή του ατόμου και λεκτικά η επιθετική συμπεριφορά είναι εντονότερη.

    Όσον αφορά την Σχιζοειδή και την Αποφευκτική Διαταραχή της Προσωπικότητας, αν και το άτομο μοιάζει εξίσου συναισθηματικά περιορισμένο, στην Αποφευκτική βιώνει τη μοναξιά με δυσφορία, έχει πλουσιότερο ιστορικό αντικειμενότροπων σχέσεων στο παρελθόν και δεν επιδίδεται σε τόσες πολλές «αυτιστικές» ονειροπολήσεις.

    Σχιζοειδής Διαταραχή και Κατάθλιψη

    Ο Σχιζοειδής μοιάζει με τον Καταθλιπτικό γιατί μοιράζεται μία έντονη δυσκολία στη βίωση αισθημάτων ευχαρίστησης, μοιάζει μοναχικός και κοινωνικά μη αποτελεσματικός. Παρουσιάζεται και στις δύο διαταραχές η ψυχοκινητική έκπτωση και η μειωμένη λειτουργικότητα. Το άτομο με κατάθλιψη όμως είναι ικανό να νιώσει πόνο, αποθάρρυνση και αισθήματα αναξιότητας. Αισθάνεται ενοχές και σκέφτεται το μέλλον δυσοίωνο. Η απρόσφορη ενοχή οδηγεί στη δημιουργία αισθημάτων κριτικής και αυτοτιμωρίας. Αντίθετα, ο Σχιζοειδής δεν έχει το συναισθηματικό βάθος για να νιώσει και να αντιληφθεί τον πόνο με τον
    ίδιο τρόπο.

    Βασικές Πεποιθήσεις του ατόμου με Σχιζοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας

    • Είμαι διαφορετικός, είμαι κάτι περίεργο.

    Δεν ανήκω πουθενά.

    • Είμαι βαρετός.

    • Έχω άσχημη προσωπικότητα, δεν είμαι φυσιολογικός.

    • Οι άνθρωποι είναι σκληροί και σε «χτυπούν» όταν είσαι αδύναμος.

    • Ο κόσμος είναι εχθρικός.

    Αντιμετώπιση

    Για να αντιμετωπιστεί η Σχιζοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας χρειάζεται το άτομο να κοινωνικοποιηθεί και να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο. Είναι πολύ βοηθητικό να εμπλακεί σε κοινωνικές δράσεις και ακαδημαϊκές δραστηριότητες. Θα χρειαστεί να αναζητήσει δραστηριότητες που αποτελούν πηγή ευχαρίστησης. Είναι καίριας σημασίας η μείωση του κοινωνικού άγχους του και η αύξηση αυτοπεποίθησης και της εικόνας εαυτού.

    Η θεραπεία του Σχιζοειδούς ατόμου από τη φύση της είναι αρκετά δύσκολη, εξαιτίας των πεποιθήσεων που έχουν αυτοί οι άνθρωποι για τον εαυτό τους και για την επικοινωνία με τους άλλους. Είναι αναγκαία η «διαπραγμάτευση» ενός συνεργατικού τρόπου θέσπισης μιας λίστας προβλημάτων και μιας λίστας θεραπευτικών στόχων.

    Ο θεραπευτής χρειάζεται με έναν εκμαιευτικό τρόπο, μαζί με τη συνεργασία του θεραπευομένου να δομήσει μία λίστα με όσα θέλει ο ίδιος να «δουλέψει», γιατί στην αντίθετη περίπτωση οι δικές του εικασίες θα αποτελέσουν εμπόδιο στην πρόοδο της θεραπείας. Είναι σαφές ότι δεν είναι καθόλου εύκολη η επίτευξη μιας κοντινής προσωπικής θεραπευτικής σχέσης με το άτομο με Σχιζοειδή Διαταραχή, καθώς και η εμπλοκή του σε διαδικασία εσωτερίκευσης και αυτογνωσίας.

    *Αντικειμενότροπες Σχέσεις: Η συγκεκριμένη θεωρία έρχεται να τονίσει τον σημαντικό ρόλο που παίζει η πρώτη σχέση μεταξύ μητέρας – βρέφους στην ανάπτυξη της ταυτότητας του παιδιού και της ψυχικής του δομής.

    *Παλινδρόμηση: Η μετάβαση σε ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο (στα παιδιά) ή σε μία προγενέστερη κατάσταση γιατί η παρούσα κατάσταση μας προκαλεί άγχος και μας δυσκολεύει. Για παράδειγμα ένα παιδί «παλινδρομεί» με την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια, καθώς αισθάνεται ζήλεια και δυσκολεύεται να αποδεχθεί την νέα κατάσταση.

    Βιβλιογραφία

    American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

    Guntrip Harry, Schizoid Phenomena, Object Relations and the Self, Routledge, 1992.

    Maitland Sara, A book of Silence, Counterpoint, 2010.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
    697 2603645 • 2810 226993
    http://www.angelikitsagkaraki.com

    Διαταραχές Προσωπικότητας: Παρανοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας

    Διαταραχές της Προσωπικότητας: Παρανοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας

    Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

    • την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

    • την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

    • την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

    • τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

    Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

    Παρανοειδής Διαταραχή Προσωπικότητας – Διάγνωση

    Στην Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας το άτομο διακατέχεται από δυσπιστία και καχυποψία για τους άλλους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ερμηνεύει τα κίνητρα τους ως κακόβουλα. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας θα πρέπει να εμφανίζει τα ακόλουθα :

    Υποψίες χωρίς επαρκή λόγο και αποδείξεις, να ισχυρίζεται ότι οι άλλοι το εκμεταλλεύονται, το βλάπτουν ή το εξαπατούν.

    • Έντονη ενασχόληση με αδικαιολόγητες αμφιβολίες σχετικά με την αφοσίωση ή την αξιοπιστία του περιβάλλοντος του (συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες).

    Απροθυμία να εμπιστευθεί άλλους εξαιτίας αδικαιολόγητου φόβου ότι οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν κακόβουλα εναντίον του.

    Υπότευεται κρυμμένα μηνύματα και νοήματα, εξευτελιστικά ή απειλητικά, σε αθώα γεγονότα και καταστάσεις.

    Κρατάει κακίες με επίμονο τρόπο (δεν συγχωρεί προσβολές, αδικίες και ταπεινώσεις).

    Αντιλαμβάνεται επιθέσεις στον χαρακτήρα ή την υπόληψη του που δεν γίνονται αντιληπτές από τους άλλους και είναι σε ετοιμότητα να αντιδράσει με θυμό ή να αντεπιτεθεί.

    • Παρουσιάζει επανειλημμένες υποψίες, χωρίς αιτιολόγηση, που αφορούν την πίστη του συζύγου ή του ερωτικού συντρόφου.

    Κλινική Εικόνα

    Το κύριο χαρακτηριστικό της Παρανοειδούς Διαταραχής Προσωπικότητας είναι μια γενικευμένη και αδικαιολόγητη τάση καχυποψίας, που αρχίζει νωρίς στην ενήλικη ζωή και παρουσιάζεται σε μια ποικιλία καταστάσεων. Το άτομο τείνει να ερμηνεύει τις πράξεις των άλλων ατόμων σαν σκόπιμα ταπεινωτικές ή απειλητικές.

    Σχεδόν μόνιμα, περιμένει ότι οι άλλοι θα το εκμεταλλετευτούν ή θα το βλάψουν με κάποιο τρόπο. Αμφισβητεί αδικαιολόγητα την αφοσίωση ή την αξιοπιστία των φίλων ή των συνεργατών και συνήθως είναι παθολογικά ζηλότυπο, αμφισβητώντας αδικαιολόγητα την πίστη του συζύγου ή του ερωτικού του συντρόφου.

    Το άτομο με Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας εξωτερικεύει τα συναισθήματά του χρησιμοποιώντας την άμυνα της προβολής, που σημαίνει ότι αποδίδει στους άλλους παρορμήσεις σκέψεις που είναι ανίκανο να αποδεχθεί και να παραδεχθεί σαν δικές του. Συχνά παρερμηνεύει, είναι συναισθηματικά συγκρατημένο και μοιάζει απαθές σε στιγμές που θα χρειαζόταν να αντιδράσει. Περηφανεύεται ότι είναι λογικο και αντικειμενικό. Έχει έλλειψη ζεστασιάς, εντυπωσιάζεται και δίνει μεγάλη σημασία στη δύναμη και στην ιεραρχία, εκφράζοντας περιφρόνηση για όσους φαίνονται αδύναμοι ή άρρωστοι.

    Σε κοινωνικές περιστάσεις το άτομο με την εν λόγω διαταραχή μπορεί να παρουσιάζεται πολυάσχολο. Συχνά προκαλεί το φόβο ή την σύγκροουση με τους άλλους.

    Αιτίες

    Η αιτία της εμφάνισης της Παρανοειδούς Διαταραχής Προσωπικότητας είναι πολυπαραγοντική. Ενοχοποιούνται περιβαλλοντικοί, βιολογικοί και γενετικοί παράγοντες.

    Καθοριστικό ρόλο έχουν οι πρώιμες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Πιθανόν το άτομο που έχει βιώσει ένα συναισθηματικό τραύμα, διαμορφώνει την αντίληψη, η οποία τελικά γίνεται παγιωμένη πεποίθηση, ότι «ο κόσμος είναι κακός και επικίνδυνος». Πολλές φορές το άτομο οδηγείται στο να πιστεύει ακράδαντα πως όλοι είναι εχθρικοί και αρνητικά διακείμενοι προς το πρόσωπο του, χωρίς να αντιλαμβάνεται την δίκη του στάση στα πράγματα, επομένως έχει μια στρεβλή εικόνα τόσο των άλλων όσο και του ίδιου του, του εαυτού.

    Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεώρηση, κατά την πρώτη φάση ανάπτυξης του το «εγώ»* (αρχαϊκό εγώ), δεν είναι ικανό να κατανοήσει ότι όλη η ζωή αποτελείται από κομμάτια που εμπεριέχουν και θετικές και αρνητικές όψεις, οι οποίες αποτελούν μία σύνθετη πραγματικότητα.

    Ένας φυσιολογικός νους κατανοεί ότι υπάρχουν πράγματα που είναι καλά, και άλλα που είναι κακά σε διαφορετικά επίπεδα και με διαφορετικούς τρόπους. Η ωριμότητα και η ισορροπία συνίσταται στο να αποδέχεσαι την αμφιθυμία της ζωής και να επάγεις την ικανότητα αντοχής στην αμφιβολία και τις αντικρουόμενες πληροφορίες, πράγμα που δυσκολεύεται να αντιληφθεί το άτομο με Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας. Επομένως στην μετέπειτα ενήλικη ζωή το άτομο μοιάζει καθηλωμένο σε ένα πρώιμο αναπτυξιακό στάδιο το οποίο δεν βίωσε με φυσιολογικό τρόπο. Το «αρχαϊκό εγώ» δεν είναι ακόμα ικανό να καταλάβει αυτά τα θέματα. Κατανοεί και αντιλαμβάνεται μόνο παραστάσεις που καταχωρούνται σαν καλές ή κακές, τόσο του εαυτού όσο και των άλλων. Η καλή μητέρα, ο κακός πατέρας για παράδειγμα, είναι διακριτές οντότητες όπως ο καλός και ο κακός εαυτός του.

    Στην θεωρία των αντικειμενότροπων* σχέσεων, ο παρανοϊκός θεωρεί τον εξωτερικό κόσμο σαν ένα μέρος με απειλητικά και άσχημα στοιχεία. Έτσι χρήζει σαν πηγή καλού και επιθυμητού τον εσωτερικό του κόσμο τον οποίον προστατεύει από τη «μόλυνση» που έρχεται από έξω. Η προβολή* ενισχύει διπλά αυτή τη διάσταση. Πρώτον, οι αρνητικές όψεις του εαυτού και των άλλων εξισορροπούνται και ελέγχονται μέσω της αποκήρυξης και δεύτερον, τα καλά κομμάτια που παραμένουν πίσω, γίνονται πιο σημαντικά επειδή φαίνονται πιο ενάρετα και αθώα, σημαντικό στοιχείο της εικόνας του παρανοϊκού. Η απώθηση όμως αυτών των αρνητικών όψεων του εαυτού έχει σαν αποτέλεσμα η πηγή αυτών να τοποθετείται έξω από τον εαυτό.

    Σε επίπεδο ρόλων, όταν για παράδειγμα οι οικογένειες ασκούν έντονη κριτική και γελοιοποιούν ένα άτομο, ουσιαστικά του έχουν προσδώσει το ρόλο του «αποδιοπομπαίου τράγου». Το άτομο δηλαδή καθημερινά βιώνει αισθήματα αδικίας και βλέπει να το κατηγορούν για πράγματα που δεν έχει κάνει. Έτσι, είναι πολύ πιθανό να παρουσιάσει Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας.

    Διαφοροδιάγνωση

    Θα πρέπει να επισημανθεί η διαφορά μεταξύ της παρανοειδούς σχιζοφρένειας και της Παρανοειδούς Διαταραχής Προσωπικότητας. Αυτό συμβαίνει και με άλλες διαταραχες όμως η πιο συχνή αφορά στην παρανοειδή σχιζοφρένεια. Η λεκτική ομοιότητα συχνά προκαλεί σύγχυση με αποτέλεσμα να «μπερδεύονται» οι δύο διαφορετικές αυτές καταστάσεις. Η παρανοειδής σχιζοεφρένεια έγκειται στις ψυχώσεις, οι οποίες είναι καταστάσεις όπου το άτομο χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Στην Παρανοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας δεν συμβαίνει αυτό καθώς το άτομο έχει μια σχετικά καλή αντίληψη της πραγματικότητας.

    Αντιμετώπιση

    Για να αντιμετωπιστεί η Παρανοειδής Διαταραχή Προσωπικότητας, θα πρέπει με την ανάλογη θεραπευτική παρέμβαση ο θεραπευόμενος να πιστέψει περισσότερο στην αξία του, καθώς και να αποδεχθεί τα αισθήματα ευαλωτότητας και φόβου που στην ουσία τον διακατέχουν. Χρειάζεται να αντικαταστήσει κάποιες διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις και να βελτιώσει τις κοινωνικές του δεξιότητες. Επιπλέον θα χρειαστεί να μάθει να δείχνει εμπιστοσύνη στους ανθρώπους και κυρίως να μάθει να εκφράζει τα συναισθήματα του, το άγχος ή τον φόβο του, εξωτερικεύοντας τα και όχι δημιουργώντας θεωρίες συνομωσίας που μόνο εις βάρος του λειτουργούν τελικά.

     

    *Εγώ: αποτελεί συνιστώσα του μοντέλου για τη δομή του ανθρωπίνου ψυχικού οργάνου στα πλαίσια της δεύτερης τοπικής θεωρίας του Sigmund Freud. Σύμφωνα με αυτό το δομικό μοντέλο το Εγώ αποτελεί το λογικό μέρος που αν και δεν είναι έμφυτο,αναπτύσσεται και καλλιεργείται με την επίδραση της συσσωρευμένης εμπειρίας.

    *Προβολή: Μηχανισμός Άμυνας του Εγώ όπου προβάλλουμε στοιχεία και συναισθήματα του εαυτού μας σε κάποιον άλλο. Δεν αποδεχόμαστε ως δικά μας κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά μας, και τα αποδίδουμε σε ένα άλλο πρόσωπο (π.χ. δεν ήμουν επιθετικός μαζί του, εκείνος ήταν).

    *Αντικειμενότροπες Σχέσεις: Η συγκεκριμένη θεωρία έρχεται να τονίσει τον σημαντικό ρόλο που παίζει η πρώτη σχέση μεταξύ μητέρας – βρέφους στην ανάπτυξη της ταυτότητας του παιδιού και της ψυχικής του δομής.

    Βιβλιογραφία

    American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

    McWilliams Nancy, Ψυχαναλυτική Διάγνωση. Μτφρ. Καραμπέτσου Αντωνία, Αναγνωστοπούλου Τάνια. Εκδ. Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας, 2012.

    Winnicott, D.W., Διαδικασίες Ωρίμανσης και Διευκολυντικό Περιβάλλον. Μτφρ. Θανάσης Χατζόπουλος. Εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

    Εισαγωγή στη Γνωσιακή Θεραπεία, Judith S. Beck, Εκδόσεις Πατάκη, 2000.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
     697 2603645  2810 226993
    http://www.angelikitsagkaraki.com

    Μηχανισμοί Άμυνας

    Καθημερινά καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε διαφόρων ειδών καταστάσεις στην ζωή μας. Άλλες πολύ όμορφες και ευχάριστες, άλλες περίεργες και άλλες πολύ δύσκολες. Κάθε κατάσταση προκαλεί και τα ανάλογα συναισθήματα. Συχνά προσπαθούμε είτε να εκφράσουμε, είτε να αποκρύψουμε και πολλές φορές συμβαίνει να μην μπορούμε συνειδητά ούτε καν να κατανοήσουμε τι ακριβώς αισθανόμαστε.

    Το «εγώ»* μας προσπαθεί πάντα να μας κρατά σε μία ψυχική ισορροπία ανάμεσα στις επιθυμίες μας |«εκείνο»* ή αλλιώς ασυνείδητο| και στις υποχρεώσεις, τα «πρέπει» |υπερεγώ*|. Έτσι προσπαθεί να μειώσει το στρες και τις εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνουμε προσπαθώντας να ισορροπήσουμε ανάμεσα στα «θέλω» και στα «πρέπει».

    Έτσι το «εγώ» μας αναζητά τις απαντήσεις μη συνειδητά μέσω των Μηχανισμών Άμυνας. Σύμφωνα με τον Sigmund Freud, οι αμυντικοί μηχανισμοί είναι αυτοματοποιημένες σκέψεις ή τεχνικές που εκτελούνται ασυνείδητα για την αντιμετώπιση στρεσογόνων καταστάσεων και ερεθισμάτων που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε.

    Οι αμυντικοί μηχανισμοί αν και παραποιούν την πραγματικότητα γύρω μας, σε πολλές περιπτώσεις είναι αναγκαίοι και βοηθητικοί. Παθολογική διάσταση αποκτούν όταν χρησιμοποιούνται συνεχώς και όταν αποτελούν το μοναδικό τρόπο για να διαχειριστούμε ή να αντιμετωπίσουμε μία κατάσταση.

    Παρακάτω περιγράφονται ορισμένοι μηχανισμοί άμυνας:

    •Άρνηση. Μη αποδοχή μίας κατάστασης ως πραγματική. Για παράδειγμα όταν χάνουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο, αρνούμαστε να δεχτούμε ότι συμβαίνει το συγκεκριμένο γεγονός.

    Απώθηση. Η απώθηση μας οδηγεί στο να ξεχάσουμε μία δύσκολη εμπειρία που έχουμε βιώσει, μεταφέροντας την στο ασυνείδητο. Αυτό δεν σημαίνει ότι, όντας ασυνείδητη μία τέτοια εμπειρία, δεν μας επηρεάζει στην συνειδητή ζωή μας.

    Παλινδρόμηση. Η μετάβαση σε ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο (στα παιδιά) ή σε μία προγενέστερη κατάσταση γιατί η παρούσα κατάσταση μας προκαλεί άγχος και μας δυσκολεύει. Για παράδειγμα ένα παιδί «παλινδρομεί» με την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια, καθώς αισθάνεται ζήλεια και δυσκολεύεται να αποδεχθεί την νέα κατάσταση.

    Απόσυρση. Απομάκρυνση από μία δυσφορική κατάσταση που δεν μας ευχαριστεί ή δεν θέλουμε να την διαχειριστούμε (π.χ. χρήση ουσιών για να ξεφύγουμε από μια δυσάρεστη πραγματικότητα).

    Προβολή. Προβάλλουμε στοιχεία και συναισθήματα του εαυτού μας σε κάποιον άλλο. Δεν αποδεχόμαστε ως δικά μας κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά μας, και τα αποδίδουμε σε ένα άλλο πρόσωπο (π.χ. δεν ήμουν επιθετικός μαζί του, εκείνος ήταν).

    Ενδοβολή. Η ενδοβολη αποτελεί εσωτερίκευση των ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος μας. Ουσιαστικά για να αισθανθούμε καλύτερα φερόμαστε όπως π.χ. οι γονείς μας παρόλο που μπορεί να μην μας αρέσει η συμπεριφορά τους.

    Εξιδανίκευση. Η πεποίθηση ότι κάποιος είναι «τέλειος». Βλέπουμε μόνο την θετική πλευρά ενός ατόμου ώστε να νιώσουμε καλύτερα και εμείς βρισκόμενοι δίπλα του. Συχνό φαινόμενο στον έρωτα (ο αρχικά εξιδανικευμενος συντροφος).

    Παντοδύναμος Έλεγχος. Η πεποίθηση ότι έχουμε τον έλεγχο σε γεγονότα που μας συμβαίνουν και μπορούμε να κατευθύνουμε τα πράγματα εκεί που θέλουμε, έτσι ώστε να μειώσουμε το άγχος που μας διακατέχει.

    Προβλητική Ταύτιση. Και σε αυτό τον αμυντικό μηχανισμό αποδίδουμε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (τα οποία συνήθως είναι δικά μας) σε ένα άλλο πρόσωπο, και εντέλει το άλλο πρόσωπο αρχίζει να φέρεται όπως εμείς του έχουμε προσάψει ότι είναι. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πει κάποιος: «Δεν είμαι εγώ ειρωνικός, εσύ είσαι ειρωνικός» και το άλλο πρόσωπο τελικά αρχίζει να είναι ειρωνικό.

    Διχοτόμηση (Σχάση). Η πεποίθηση ότι κάποιος π.χ. είναι μόνο «καλός» ή μόνο «κακός», καθώς αδυνατούμε να εμπεριέξουμε ότι κάποιος που είναι καλός μπορεί να κάνει κάποιες φορές και κακά πράγματα και το αντίστροφο.

    Διάσχιση. Η αίσθηση ότι είμαστε «έξω από το σώμα» μας όταν βιώνουμε μια οδυνηρή κατάσταση. Νιώθουμε σα να μην συμβαίνει σε εμάς και να είμαστε παρατηρητές του γεγονότος.

    Μόνωση του Συναισθήματος. Το συναίσθημα «αφαιρείται» από την κατάσταση γιατί είναι πολύ δύσκολο να το διαχειριστούμε. Παράδειγμα αποτελούν άνθρωποι που αφηγούνται μια ιστορία και ακούγονται ψυχροί και αδιάφοροι για το γεγονός που περιγράφουν.

    Εκλογίκευση. Η λογική χρησιμοποιείται ως επεξήγηση κάποιου συναισθήματος, ώστε να μην το παραδεχθούμε ευθέως.

    Διανοητικοποίηση. Προσπάθεια να αποκρύψουμε δύσκολα συναισθήματα χρησιμοποιώντας επιστημονικές γνώσεις και επεξηγήσεις που με ψυχρό τρόπο ερμηνεύουν την κατάσταση.

    Γνωστική Απόσπαση. Αντίθετες μεταξύ ιδέες και πεποιθήσεις που όμως δεν αντιλαμβανόμαστε συνειδητά ότι διαθέτουμε. Σύνηθες παράδειγμα είναι η φράση: «Δεν είμαι ρατσιστής αλλά..», όπου συνήθως μετέπειτα λέγεται κάτι άκρως περίεργο ή ρατσιστικό.

    Ακύρωση. Προσπάθεια να εξαλείψουμε μια άσχημη ενέργεια μας, παριστάνοντας σα να μην έχει συμβεί και παράλληλα κάνοντας μία αντίθετη της, θετική ενέργεια. Προσπαθούμε ουσιαστικά να περιορίσουμε το αρνητικό συναίσθημα που αισθανόμαστε με μια επιδιορθωτική κινηση.

    Στροφή εναντίον του εαυτού. Συνήθως αισθανόμαστε ενα αρνητικό συναίσθημα για κάποιον και επειδή δυσκολευόμαστε να του το εκφράσουμε το στρέφουμε στον εαυτό μας. Π.χ. Ο θυμός για κάποιον άλλον που δεν εκφράζεται, τελικά στρέφεται σε εμάς όπου γινόμαστε σκληροί και ενοχικοί προς τον εαυτό μας.

    Αντίστροφη. Το συναίσθημα το οποίο εμείς χρειαζόμαστε το προσφέρουμε στους άλλους. Για παράδειγμα, ενώ χρειαζόμαστε φροντίδα οι ίδιοι μπορούμε να γίνουμε φροντιστές των άλλων.

    Μετάθεση. Αυτό που νιώθουμε για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, λόγω φόβου και δισταγμού το μεταθέτουμε σε ένα άλλο. Για παράδειγμα, ο θυμός εναντίον του συζύγου μας που μας δυσκολεύει να τον εκφράσουμε, «ξεσπά» στους φίλους μας.

    Αντιδραστικός Σχηματισμός. Η μετατροπή ενός συναισθήματος που μας φαίνεται δύσκολο και απειλητικό στο ακριβώς αντίθετο του συναίσθημα (π.χ. η ζήλεια για το νεογέννητο αδερφάκι, μετατρέπεται σε υπερβολική αγάπη προς αυτό.

    Εκδραμάτιση. Η εκδήλωση μιας συμπεριφοράς με έντονο συναίσθημα σε μία κατάσταση που αυτό δεν ενδείκνυται ή δεν είναι επιτρεπτό να συμβεί (π.χ. όταν χρειάζεται να διαχειριστεί ένα σημαντικό γεγονός με το να παραστεί εκεί, το άτομο αποχωρεί).

    Αντιστάθμιση (Υπεραναπλήρωση). Προσπάθεια να κρύψουμε κάποια συναισθήματα μειονεξίας και ανεπάρκειας που αισθανόμαστε για κάτι, με το να διακριθούμε και να επιτύχουμε σε έναν άλλο τομέα.

    Σεξουαλική Επένδυση. Όταν σεξουαλικοποιούμε, δίνοντας αισθησιακή χροιά σε κάποια κατάσταση για να αποφύγουμε άλλα οδυνηρά και δύσκολα συναισθήματα.

    Μετουσίωση. Η ανάγκη του ανθρώπου να είναι αποδεκτός μέσα σε μία κοινωνία τον κάνει να μετουσιώνει πιθανές «ακατάλληλες» σκέψεις μέσα σε κοινωνικά αποδεκτές νόρμες. Για παράδειγμα, οι σαδιστικές τάσεις ενός ανθρώπου μετουσιώνονται μέσω του επαγγέλματος του και γίνεται χειρουργός.

    Ταύτιση. Η προσπάθεια να γίνουμε σαν κάποιον άλλον, επειδή εκείνος διαθέτει κάτι το οποίο εμείς δεν έχουμε.

    Οι παραπάνω αποτελούν μόνο ορισμένες από τις αμυντικές διεργασίες που επιτελεί το «Εγώ» και η αναφορά ήταν ενδεικτική. Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι «αμυνόμαστε» για πολλούς και διαφορετικούς λόγος ο καθένας μας. Το ζητούμενο και αυτό που χρειάζεται να σκεφτούμε είναι: για ποσό χρονικό διάστημα χρειάζεται κάποιος να ζει μέσα από τις άμυνες του;

    *Εγώ, Εκείνο και Υπερεγώ: είναι οι τρεις συνιστώσες του μοντέλου για τη δομή του ανθρωπίνου ψυχικού οργάνου στα πλαίσια της δεύτερης τοπικής θεωρίας του Sigmund Freud. Σύμφωνα με αυτό το δομικό μοντέλο το Εκείνο αντιπροσωπεύει τα κίνητρα, τα ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες του ατόμου και κατά συνέπεια είναι έμφυτο. Το Εγώ αποτελεί το λογικό μέρος που αν και δεν είναι έμφυτο,αναπτύσσεται και καλλιεργείται με την επίδραση της συσσωρευμένης εμπειρίας. Τέλος το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει όλες τις θετικές ηθικές και κοινωνικές αξίες του ατόμου, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο την ηθική συνείδηση.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
     697 2603645  2810 226993
    http://www.angelikitsagkaraki.com

    Κακοποίηση Ζώων

    Κακοποίηση Ζώων

    Συχνά, με αφορμή κάποιο περιστατικό της επικαιρότητας, διαβάζω κάτω από άρθα για την κακοποίηση των ζώων, σχόλια ανθρώπων που περιλαμβάνουν υποτίμηση και ειρωνεία για όσους υπερασπίζονται τα δικαιώματα των ζώων, παραλληλίζοντας τα με το τι συμβαίνει αντίστοιχα σε ανθρώπους, σε μία άλλη, εντελώς διαφορετική συνθήκη και περίπτωση. Η κύρια ιδέα τους είναι, πως το ενδιαφέρον που υπάρχει για τα ζώα θα έπρεπε να υπάρχει για τους ανθρώπους. Μάλλον τους συγκεκριμένους δεν ενδιαφέρουν οι άνθρωποι και όχι εκείνους που υπερασπίζονται τα ζώα. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως η αγάπη και το ενδιαφέρον για τα ζώα ΔΕΝ αναιρεί την αγάπη και το ενδιαφέρον για τους ανθρώπους. Κάποιος που κακοποιεί ζώα είναι εν δυνάμει εκείνος που θα κακοποιεί και ανθρώπους. Το ψυχολογικό προφίλ ενός ανθρώπου που βασανίζει ένα σκύλο, για παράδειγμα, είναι αντίστοιχο και ομοιάζει με εκείνο το ψυχολογικό προφίλ του ανθρώπου που χτυπάει την γυναίκα του.

    Τι εννοούμε με τον όρο κακοποίηση ζώων

    Ο Agnew (1998) προσπάθησε να ορίσει τι συνιστά η κακοποίηση των ζώων, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά

    • Η βλάβη που προκαλείται στα ζώα θα πρέπει να θεωρείται κοινωνικά μη αποδεκτή.

    • Να γίνεται με πρόθεση.

    • Να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής, δηλαδή να μην επιβάλλεται από κάποιον άλλο.

    Στην κακοποίηση των ζώων περιλαμβάνεται επίσης και η παραμέληση ικανοποίησης των αναγκών τους, όπως η ανεπαρκής σίτιση τους καθώς και οι εκάστοτε συνθήκες διαβίωσης τους.

    Προφίλ των ατόμων που κακοποιούν ζώα

    Υπάρχουν πολλές μελέτες και θεωρίες για τους κακοποιητές ζώων. «Χονδρικά» θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δύο κατηγορίες ατόμων. Στην πρώτη συμπεριλαμβάνονται συναισθηματικά ανώριμα άτομα τα οποία, δεν αντιλαμβάνονται το βαθμό του πόνου που προκαλούν στο ζώο. Για παράδειγμα, ίσως τα πολύ μικρά παιδιά θα μπορούσαν να είναι σε αυτή την κατηγορία καθώς δεν διαθέτουν το απαιτούμενο επίπεδο ωριμότητας ώστε να αντιληφθούν την πράξη τους. Στην δεύτερη κατηγορία, εντάσσονται άτομα τα οποία αντλούν ικανοποίηση, έως και ηδονή, από την βλάβη και την οδύνη που προκαλούν. Τα άτομα αυτά αισθάνονται δύναμη μέσω της επιβολής εξουσίας και ελέγχου, που συνήθως δεν μπορούν να επιβάλλουν με κανένα άλλο θεμιτό τρόπο στην ζωή τους. Προσπαθούν να αισθανθούν επαρκείς με αυτόν τον τρόπο, νομίζοντας πως έτσι θα αισθανουν κατ’επεκτάση αυτοπεποίθηση.

    Ανάγοντας το φαινόμενο στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία και στην αντίληψη, που δυστυχώς ακόμα συναντάται σε μεγάλο βαθμό, ότι δηλαδή τα ζώα αποτελούν «αντικείμενα» και εξυπηρετούν χρηστικούς και μόνο σκοπούς, ορισμένοι θεωρούν πως μπορούν να τους επιβληθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Αν ανάγουμε το φαινόμενο σε μικρότερη κλίμακα διαπιστώνουμε τις «ρίζες» του φαινομένου στην έλλειψη παιδείας και ευγένειας, που στο άτομο οφείλει να παράσχεται από την οικογένεια και από τους κοινωνικούς φορείς, όπως για παράδειγμα το σχολείο. Δυστυχώς σε πολλές κοινωνίες, όπως και στην δίκη μας, πάσχουμε και υστερούμε σε όλους αυτούς τους τομείς.

    Συνολικά, θα λέγαμε πως ένα άτομο το οποίο κακοποιεί ένα ζώο, άσχετα από την αιτιολογία που το οδήγησε να προβεί σε αυτή την πράξη, η οποία είναι πολυπαραγοντική, παρουσιάζει έλλειψη ενσυναίσθησης. Δηλαδή δυσκολεύεται να μπει στην θέση εκείνου που υποφέρει και πονάει. Δεν μπορεί να συνάψει στενές σχέσεις ουσιαστικά με κανένα, καθώς χαρακτηρίζεται από έλλειψη αυτοπεποίθησης, νιώθει ανάξιο και ανεπαρκές. Μία πράξη κακοποίησης την βιώνει σαν ένεση και τόνωση του παθολογικού ναρκισσισμού του.

    Κακοποίηση ζώων ως προθάλαμος για την κακοποίηση ανθρώπων

    Σύμφωνα με έρευνες υπάρχει μεγάλη συνάφεια ανάμεσα στην κακοποίηση ζώων και ανθρώπων. Έχει παρατηρηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, πως άτομα που έχουν διαπράξει κατά συρροήν εγκλήματα, στο ιστορικό τους έχουν διαπράξει και κακοποίηση εναντίον κάποιου ζώου.

    Σε μελέτες που διεξήγαγαν οι Felthous και Keller (1987) σε δείγμα ατόμων με ποινικά και ψυχιατρικά ζητήματα, εντοπίστηκε ότι η κακοποίηση ζώων είχε πραγματοποιηθεί σε ποσοστό μέχρι και 57% των ερωτηθέντων.

    Ο Robert Ressler, εγκληματολόγος και πρώην πράκτορας του FBI, σε μελέτη του (1990), με δείγμα δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων, διαπίστωσε πως τα άτομα αυτά στην παιδική τους ηλικία, είχαν κακοποιήσει ζώα σε ποσοστό 70%.

    Η κακοποίηση ζώων από ανθρώπους σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την κακοποίηση ή παραμέληση αυτών των ίδιων ανθρώπων από τους γονείς τους κατά τα παιδικά τους χρόνια. Η κακοποίηση αφορά είτε εκείνους ως παιδιά με άμεσο τρόπο, είτε με έμμεσο τρόπο, βλέποντας δηλαδή τους γονείς τους να κακοποιούν εκείνοι τα ζώα.

    Άλλες μελέτες συσχετίζουν την κακοποίηση των ζώων με την κακοποίηση παιδιών, οποιασδήποτε μορφής. Ο καθηγητής κλινικής ψυχολογίας William Friedrich (1992), σε έρευνα του διαπίστωσε ότι το 25% – 35% του γυναικείου και ανδρικού πληθυσμού, που ως παιδιά είχαν υποστεί κακοποίηση, κατέληγαν βασανιστές ζώων. Σε πιο πρόσφατες μελέτες μετά το 2000, διαπιστώθηκε και πάλι πως η ενδοοικογενειακή βία και η κακοποίηση σε παιδιά, στην συνέχεια τα οδηγούσε σε μία σκληρή στάση απέναντι στα ζώα σε πόσοστο 60%.

    Όπως αναφέραμε και παραπάνω, ο ρόλος της ενσυναίσθησης είναι καθοριστικός στην διαμόρφωση μίας κακοποιητικής προσωπικότητας. Η ενσυναίσθηση αναπτύσσεται στα πρώιμα στάδια της ζωής του ατόμου και οφείλεται στην σχέση μεταξύ γονέα και παιδιού. Η απουσία της λοιπόν αναπόφευκτα δημιουργεί έναν ενήλικα που μπορεί να προβεί σε τέτοιου είδους ενέργειες. Σύμφωνα με τους Magid και McKelvey (1987) τα παιδιά με συναισθηματικές ελλείψεις, πιθανόν να μην έχουν αναπτύξει την απαιτούμενη ενσυναίσθηση, και έτσι υπάρχει περίπτωση να κακομεταχειρίζονται τα ζώα. Η σχέση μεταξύ ενσυναίσθησης και μικρότερης πιθανότητας εμφάνισης βίας προς τους άλλους έχει αποδειχθεί. Η ενσυναίσθηση για τους ανθρώπους και η ενσυναίσθηση για τα ζώα δεν είναι πάντα ταυτόσημες όμως υπάρχει υψηλή συσχέτιση, για να μπορούμε να αναφερόμαστε σε αυτό (Ascione, 2005).

    Σαφώς η βάναυση μεταχείριση και κακοποίηση ζώων δεν συνεπάγεται πάντα και άλλες βίαιες πράξεις και ενέργειες. Όπως και το αντίστροφο. Δεν μπορούμε όμως να παραλείψουμε το γεγονός, ότι η κακοποίηση ενός ζώου δεν αποτελεί τυχαία και μεμονωμένη πράξη χωρίς αντίστοιχο ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο. Οφείλουμε να δίνουμε την απαιτούμενη σημασία χωρις να υποβαθμίζουμε την σημαντικότητα αυτής της πράξης βίας, και σε ατομικό επίπεδο αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

    Συμπερασματικά καταλήγουμε, πως η βία είναι ένας κύκλος. Φαύλος κύκλος. Και συνήθως ο θύτης έχει υπάρξει θύμα και το αντίστροφο. Αν κάτι μας λείπει αυτό είναι η παιδεία και κατ’επέκταση οι κοινωνικές δεξιότητες στην συμπεριφορά μας. Βάζοντας εμάς στην θέση εκείνου που πονάει τότε μόνο αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της καταστροφής. Το πως συμπεριφερόμαστε σε κάποιον πιο αδύναμο από εμάς, κάποιον από τον οποίο δεν περιμένουμε και δεν προσδοκούμε κάτι, κάποιον που δεν μπορεί τις περισσότερες φορές να υπερασπιστεί καν την ύπαρξη του, όπως ένα ζώο, είναι εικόνα του ποιοι πραγματικά είμαστε! Ας σπάσουμε αυτό τον κύκλο!

    Βιβλιογραφικές Αναφορές

    Agnew John (2003). Painting the Secret World of Nature. North Light Books.

    Αscione,F. R. , Barnard, S. , Brooks, S. & sell-smith, J. (2006). Animal Abuse and Developmental Psychopathology: Recent Research, Programmatic, and Therapeutic Issues and Challenges for the Future. In A.

    H. Fine (Ed.), Handbook on animal-assisted therapy : theoretical foundations and guidelines for practice(2rd Ed.) (pp.355-388). London: Academic Press.

    Guither D.Harold (1998). Animal Rights: History and Scope of a Radical Social Movement. Southern Illinois University Press, Carbondale, IL.

    Paul Waldau (2011). Animal Rights: What Everyone Needs to Know. Oxford University Press, New York.

    Rogers J. Lesley (1998). Minds of Their Own: Thinking and Awareness in Animals. PublisWestview Press, Boulder, CO.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
    📞 697 2603645 • 2810 226993
    http://www.angelikitsagkaraki.com

    Καταναλωτική Μανία

    Καταναλωτική Μανία

    Βομβαρδισμός διαφημίσεων για εβδομάδα εκπτώσεων σε όλα τα social media, Black Friday, διαφημιστικά μηνύματα και προσφορές κάθε είδους για όλων των ειδών τα πράγματα. Έντονο φαινόμενο της σημερινή εποχής, που σχεδόν «υπνωτίζει» το καταναλωτικό κοινό, οδηγώντας το να αγοράσει και συνήθως να σπαταλήσει χρήματα σε προϊόντα και αγαθά τα οποία του είναι περιττά και συνήθως δεν χρειάζεται.

    Η καταναλωτική μανία υποδηλώνει την αίσθηση ανικανοποίητου όσον αφορά την απόκτηση και συλλογή υλικών αγαθών. Το άτομο αγοράζει συνεχώς πράγματα και όμως μένει και πάλι ανικανοποίητο καθώς συνεχώς επιθυμεί να αγοράσει περισσότερα.

    Η καταναλωτική μανία είναι μια παθολογική κατάσταση. Το άτομο μέσα από μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά αγοράζει πράγματα ώστε να ικανοποιηθεί και να νιώσει χαρά και ευχαρίστηση. Αυτή όμως είναι μια πρόσκαιρη και εφήμερη χαρά, η οποία τελικά οδηγεί σε αναζήτηση και άλλων υλικών και εκ νέου αγοράς αγαθών, με αποτελέσμα να γίνεται εμμονή. Η εμμονή και η εξάρτηση που τελικά αποκτά του δίνει μια πρόσκαιρη πληρότητα, και έτσι ακολουθείται ξανά ο ίδιος φαύλος κύκλος. Όλη αυτή η διαδικασία επιφέρει εντέλει απογοήτευση και ενοχές.

    Η καταναλωτική μανία συνήθως αποτελεί ένα «σύμπτωμα». Μέσα από αυτή την συμπεριφορά υπερκαταναλωτισμού το άτομο προσπαθεί να καλύψει το αίσθημα κενού που βιώνει. Προσπαθεί να αναπληρώσει βαθύτερες ανικανοποίητες ανάγκες του, όπως την αίσθηση της μοναξίας, του θυμού, της θλίψης που δεν εκφράζει και κυρίως της χαμηλής αυτοεκτίμησης που αισθάνεται.

    Ο υπερκαταναλωτισμός σχετίζεται με την εικόνα του εαυτού, με την λανθασμένη πεποίθηση ότι είμαστε αυτό που «δείχνουμε» προς τα έξω. Η συσσώρευση υλικών αγαθών δημιουργεί μια ουτοπική αίσθηση ασφαλείας. Θεωρώντας ότι αν για παράδειγμα φοράμε ακριβά και διαφορετικά ρούχα συνεχώς ή αν έχουμε μεγάλη ποσότητα υλικών αγαθών, οι άλλοι θα μας αγαπούν και κυρίως θα μας αποδέχονται. Το άτομο αισθάνεται πως η υπερβολική κατοχή αγαθών το κάνει να υπερτερεί σε σχέση με όσους δεν έχουν την ίδια ποσότητα. Εσφαλμένα, προσπαθεί να ορίσει την προσωπική και οικογενειακή του ευτυχία μέσα από αυτό, αναζητώντας κοινωνική ταυτότητα προερχόμενη από αντικείμενα.

    Η καταναλωτική μανία είναι μια μέθοδος για να υπερβούμε τα ουσιαστικά προβλήματα μας, χρησιμοποιώντας τα υλικά αγαθά σαν υποκατάστατο της βαθύτερης ανάγκης μας για επαφή και επικοινωνία. Κάθε νέα αγορά στην φαντασία του ατόμου λειτουργεί ανακουφιστικά απέναντι στις αγχογόνες καταστάσεις της καθημερινότητας.

    Η ασταμάτητη ανάγκη για κατανάλωση, καταλήγει να απορροφά το άτομο σε βαθμό εθιστικό. Το γεγονός αυτό περιορίζει την ουσιαστική επικοινωνία και την συναναστροφή του ατόμου με τους ανθρώπους γύρω του. Το άτομο χρειάζεται να συνειδητοποιήσει τι πραγματικά συμβαίνει για να βγει από τον κλοιό της άνευ ορίου κατανάλωσης και να μην υποκείπτει στις εκάστοτε διαφημιστικές στρατηγικές για την πώληση ενός προϊόντος που υπόσχεται μια ιδανική «κατάσταση» την οποία σαφώς δεν θα φέρει τελικά.

    Πως όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί η καταναλωτική μανία;

    Αρχικά θα χρειαστεί να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες μας και να εντοπίσουμε αυτά που πραγματικά χρειαζόμαστε. Μια λίστα θα βοηθούσε να συγκεκριμενοποιήσουμε τι υλικά αγαθά έχουμε ανάγκη.

    Χρειάζεται επίσης να βάλουμε ένα οικονομικό όριο και αν βγούμε, για παράδειγμα, για ψώνια στα μαγαζιά, να έχουμε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό μαζί μας και να αποφύγουμε την χρήση πιστωτικών καρτών.

    Είναι πολύ βοηθητικό να έχουμε μια λίστα εσόδων – εξόδων που να συμπεριλαμβάνει και τις καθημερινές μας συναλλαγές.

    Στην εποχή όπου οι διαδικτυακές αγορές είναι μια μεγάλη ευκολία και παράλληλα παγίδα, θα ήταν καλό να περιορίσουμε τον χρόνο μας στο διαδίκτυο και να αυξήσουμε τις επαφές με τους ανθρώπους γύρω μας, δημιουργώντας έτσι και περισσότερες κοινωνικές επαφές.

    Το σημαντικότερων όλων, είναι να τροποποιήσουμε τις σκέψεις που έχουμε όσον αφορά την κατανάλωση των αγαθών και να αποσυνδέσουμε την ευτυχία μας από τον άκρατο υλισμό. Κυρίως χρειάζεται να καταλάβουμε περισσότερο ττον εαυτό μας, να εντοπίσουμε πια συναισθήματα μας διακατέχουν όταν καταναλώνουμε μανιωδώς και την βαθύτερη αιτία που μας προκαλεί την καταναλωτική μανία. Όταν η κατάσταση γίνεται ανεξέλεγκτη σαφώς μπορεί να αντιμετωπιστεί με την κατάλληλη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος 
    Ν.Καζαντζάκη 13 71202 Ηράκλειο Κρήτης 
    📞 697 2603645 • 2810 226993