Ενδυνάμωση των Συντροφικών Σχέσεων

Ενδυνάμωση των Συντροφικών Σχέσεων

Οι συντροφικές σχέσεις αποτελούν ένα καίριο κομμάτι των διαπροσωπικών σχέσεων, που αφορά στην πλειοψηφία των ανθρώπων. Ένας έρωτας μπορεί να εξελιχθεί μέσα από τη συναισθηματική οικειότητα σε μία βαθιά δυνατή αγάπη, εφόσον οι σύντροφοι καταφέρουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν, ιδίως στις μεταβατικές περιόδους της σχέσης. Το ζευγάρι, λόγω της επιθυμίας του να παραμείνει μαζί, καλείται να ξεπεράσει συγκρούσεις, αμφισβητήσεις και έντονα αρνητικά συναισθήματα μέσα από την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και την πίστη.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ικανότητα των συντρόφων να αποφεύγουν τις τέσσερις παγίδες της σχέσης οι οποίες είναι: η επικριτική και η αμυντική στάση, η περιφρόνηση και η άρνηση της επικοινωνίας.

Όταν ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, οι σύντροφοι συνήθως διακατέχονται από την πεποίθηση ότι «τα πράγματα δεν μπορούν να βελτιωθούν». Τέτοιου τύπου πεποιθήσεις είναι δυσλειτουργικές, διότι αποτρέπουν τον κάθε σύντροφο από το να σκεφτεί παραγωγικά και δημιουργικά, ώστε να επιλυθούν με εποικοδομητικό τρόπο οι οποιεσδήποτε διαφορές. Όλοι μπορούν να αλλάξουν εφόσον κινητοποιηθούν, ώστε να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης τους.

Αντίσταση στην αλλαγή

Ίσως το πρώτο βήμα για τη βελτίωση της σχέσης είναι η αναγνώριση των αντιστάσεων στην αλλαγή και η υιοθέτηση μίας περισσότερο ρεαλιστικής και λειτουργικής στάσης απέναντι στα προβλήματα της σχέσης. Ο κάθε σύντροφος καλείται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται αλλά και τις συμπεριφορές που προκαλούν προβλήματα στη σχέση. Αντί να προσπαθήσει να αλλάξει τον άλλο, ο καθένας καλείται να γίνει ο ίδιος η αλλαγή που επιθυμεί να δει στη σχέση του. Επίσης, είναι σημαντικό να προσδιορίζονται τα προβλήματα της σχέσης με συγκεκριμένους όρους, ως ζητήματα προς επίλυση, αντί να προσδίδονται χαρακτηρισμοί σε επίπεδο προσωπικότητας του συντρόφου. Όταν ένα πρόβλημα εκφράζεται με υπονοούμενα, με επίρριψη ευθυνών ή με γενικούς όρους δεν είναι εύκολο να αλλάξει και να επιλυθεί, ενώ ο άλλος σύντροφος μπορεί να υιοθετήσει αμυντική στάση ή να αντεπιτεθεί, κλιμακώνοντας την αντιπαράθεση. Για παράδειγμα, ο χαρακτηρισμός «είναι τεμπέλης» μπορεί να αναδιαμορφωθεί ως αίτημα: «θα ήθελα να με βοηθάει περισσότερο στις δουλειές του σπιτιού». Έτσι, εάν ο σύντροφος αρχίσει να βοηθάει με μικρές συγκεκριμένες πράξεις, αυτές οι αλλαγές αποτελούν τελικά το κίνητρο για την προσπάθεια βελτίωσης της σχέσης και από τους δύο.

Ενίσχυση των θεμελίων της σχέσης

Το ερωτικό πάθος είναι αυτό που φέρνει κοντά τους δύο συντρόφους, αλλά και την επιθυμία για δημιουργία μίας μόνιμης σταθερής σχέσης. Η σχέση που προκύπτει αναπτύσσεται μέσα από την αγάπη, τη στοργή και το αμοιβαίο ενδιαφέρον των συντρόφων. Τα παραπάνω στοιχεία πολλές φορές βοηθούν το ζευγάρι να ξεπεράσει τις κρίσεις που προκύπτουν στα πλαίσια της σχέσης, αλλά και στην προσαρμογή στις μεταβατικές περιόδους. Τα συναισθήματα αγάπης από μόνα τους όμως δεν είναι πάντα αρκετά για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες των σχέσεων. Μέσα από την εξέλιξη της σχέσης προκύπτουν η δέσμευση, η πίστη και η εμπιστοσύνη που ενισχύουν τη σταθερότητά της. Αρχικά, για την εύρυθμη εξέλιξη της σχέσης, είναι απαραίτητη η αρχή της συνεργασίας του ζευγαριού. Ο κάθε σύντροφος καλείται να προσπαθήσει από τη μεριά του να φέρει εις πέρας τους κοινούς στόχους του ζευγαριού, υιοθετώντας στάσεις όπως: «θα προσπαθήσουμε μαζί για τη λήψη των σημαντικών αποφάσεων». Η διατήρηση μίας στάσης συνεργασίας επιφέρει μακροπρόθεσμα οφέλη, όπως την διατήρηση της σχέσης και την επίλυση των ζητημάτων που προκύπτουν, αλλά και άμεσα όπως την ικανοποίηση της προσφοράς και την διευθέτηση καθημερινών προβλημάτων.

Σημαντικό, επίσης, στοιχείο για τη διατήρηση μίας λειτουργικής σχέσης είναι η αφοσίωση. Η αμοιβαία δέσμευση των συντρόφων βοηθάει στο να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες της σχέσης αλλά και της καθημερινότητας. Παρά την αρχική τους αφοσίωση στη σχέση, ορισμένοι σύντροφοι διατηρούν ένα «παραθυράκι» ανοιχτό και δεν αφοσιώνονται πλήρως στη σε αυτή. Η στάση της μη ολοκληρωμένης δέσμευσης μπορεί να απορρέει από ανασφάλεια, όπως για παράδειγμα ο φόβος της εγκατάλειψης, αλλά, αυτή τελικά η επιφυλακτική στάση είναι που ανατροφοδοτεί αυτούς ακριβώς τους φόβους. Η αφοσίωση οδηγεί τους συντρόφους να επιστρατεύουν όλη τους τη δύναμη στην ενίσχυση της σχέσης, αντί να τρέπονται σε φυγή όταν προκύπτουν δυσκολίες.

Απαραίτητη, στο πλαίσιο της συντροφικής σχέσης, είναι και η εμπιστοσύνη η οποία χτίζεται και κερδίζεται καθημερινά. Όσο ενισχύεται, τόσο οι σύντροφοι αισθάνονται περισσότερο άνετα και ανοίγονται συναισθηματικά, αφού νιώθουν ότι ο άλλος θα τους αποδεχτεί γι’αυτό που πραγματικά είναι. Τα ζευγάρια που αναζητούν μια βαθύτερη συναισθηματική σύνδεση χρειάζεται να αναγνωρίσουν ότι η «ευαλωτότητα» και η οικειότητα συμβαδίζουν. Με άλλα λόγια, η οικειότητα μπορεί να έρθει μόνο όταν οι σύντροφοι είναι αρκετά έτοιμοι ώστε να μοιράζονται τις βαθύτερες ελπίδες, τους φόβους και τα όνειρά τους χωρίς επίκριση. Το αίσθημα της εμπιστοσύνης είναι κάτι που αρχίζει να διαμορφώνεται από την παιδική ηλικία, στις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους στο οικογενειακό πλαίσιο. Αυτή η βασική εμπιστοσύνη περιλαμβάνει την πεποίθηση ότι το άτομο μπορεί να βασιστεί στους δικούς του στις δυσκολίες που προκύπτουν, και στο ότι δε θα τον πληγώσουν. Εάν η βασική εμπιστοσύνη δεν έχει αναπτυχθεί σωστά, τότε το άτομο μπορεί να χαρακτηρίζεται από μία λανθάνουσα δυσπιστία προς τους άλλους, η οποία σε διάφορες καταστάσεις ενεργοποιείται και προκαταβάλλει την ερμηνεία που δίνει σε αυτές με αρνητικό τρόπο.

Οι επτά αρχές της λειτουργικής σχέσης

Ο Gottman (1999), ύστερα από τη μακρόχρονη πορεία τους ως σύμβουλος οικογένειας, σε ερευνητικό αλλά και σε κλινικό επίπεδο, προτείνει επτά αρχές που θεωρεί ότι μπορούν να αποτρέψουν μία σχέση από το χωρισμό:

Η πρώτη αρχή είναι η «ενίσχυση του χάρτη της αγάπης». Αυτή η αρχή έχει να κάνει με την προσπάθεια να γνωρίσει ο ένας σύντροφος τον άλλο όσο το δυνατόν καλύτερα. Περιλαμβάνει να γνωρίζει ο ένας τις καθημερινές συνήθειες του άλλου, τις προσωπικές του αξίες, αλλά και την προσωπική του ιστορία. Αυτό γίνεται μέσα από τη συζήτηση και το αμοιβαίο ενδιαφέρον.

Η δεύτερη αρχή εμπεριέχει το ενδιαφέρον και την αναγνώριση των επιτευγμάτων του άλλου, όπως και την έκφραση θαυμασμού γι’αυτά. Η στάση θετικής ενίσχυσης αποτελεί το αντίδοτο στην παγίδα της περιφρόνησης που μπορεί να υποπίπτουν οι σύντροφοι.

Η τρίτη αρχή είναι «η στροφή του ενός προς τον άλλο». Οι σύντροφοι έρχονται πιο κοντά μέσα από την ενίσχυση της καθημερινής κουβέντας, της αναγνώρισης και της απόκρισης στα σχόλια του άλλου, την εστίαση της προσοχής στον άλλο, την καλή διάθεση και την επικρότηση της συμφωνίας μεταξύ τους. Με αυτό τον τρόπο καλλιεργείται η φιλία μεταξύ των συντρόφων, που επίσης συμβάλλει στη βελτίωση της σχέσης. Η φιλία αφορά την εκδήλωση ειλικρινούς ενδιαφέροντος απέναντι στον άλλο ως άτομο.

Η τέταρτη αρχή έχει να κάνει με το να «αφήσεις το σύντροφό σου να σε επηρεάσει». Ο κάθε σύντροφος καλείται να παραμερίσει την ανάγκη του να έχει πάντα δίκαιο, και να ακούσει με καλή διάθεση αυτά που ο σύντροφός τους γνωρίζει και προτείνει. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα συμφωνία με τις απόψεις του, αλλά αφορά την αναγνώριση της αξίας της άποψης του άλλου. Ο κάθε σύντροφος μαθαίνει από τον άλλο και ενώνονται σε μία ομάδα.

Η πέμπτη αρχή αφορά στην «αντιμετώπιση των προβλημάτων που λύνονται». Ο κάθε σύντροφος καλείται να έχει ανοχή στα ελαττώματα του άλλου, να προσπαθήσει να καθησυχάζει τόσο τον εαυτό του όσο και τον άλλο, να μην υιοθετεί κατευθείαν στάση σύγκρουσης όταν προκύπτουν διαφορές. Να γνωρίζει, να αποδέχεται και να επιδεικνύει μία στάση προσπάθειας επιδιόρθωσης και επίλυσης των προβλημάτων όταν προκύπτουν, αντί να τα αφήνει να κλιμακώνονται. Η επίλυση των προβλημάτων επιτυγχάνεται εφαρμόζοντας στοιχεία αποτελεσματικής επικοινωνίας.

Η έκτη αρχή είναι η προσπάθεια των συντρόφων να ξεπεράσουν τα αδιέξοδα, με το να μην παραιτούνται και να προσπαθούν να επιλύσουν τα προβλήματα που δε φαίνεται να έχουν λύση, διότι σαφώς είναι περισσότερο ικανοποιητική στάση από την παραίτηση, και επίσης μπορεί να επιφέρει και ανέλπιστα θετικά αποτελέσματα.

Η έβδομη αρχή αφορά στην δημιουργία κοινού νοήματος σε σχέση με τις αξίες και την εξέλιξη της σχέσης.

Βελτίωση της συντροφικότητας

Στις μακροχρόνιες σχέσεις το ερωτικό πάθος μετατρέπεται σε βαθύτερη αγάπη, που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα στοργής, ενδιαφέρον για την ευτυχία του συντρόφου, εκφράσεις τρυφερότητας στην καθημερινότητα, αποδοχή των αντιλήψεων αλλά και των ελαττωμάτων του άλλου και ενσυναίσθηση (συναισθηματική κατανόηση, το να μπορεί ο κάθε σύντροφος να βιώνει τη συναισθηματική κατάσταση του άλλου). Απαραίτητη είναι η ευαισθησία στις ανάγκες του άλλου και η προσπάθεια κατανόησης των αναγκών του μέσω της επικοινωνίας. Η οικειότητα που απορρέει από τα παραπάνω είναι ένα σημαντικό θετικό στοιχείο που χάνεται όταν επικρατεί η αρνητικότητα.

Συχνά, τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν προβλήματα καταλήγουν να εστιάζουν κυρίως στα δυσλειτουργικά στοιχεία της σχέσης, στις συμπεριφορές και τις καταστάσεις που τους ενοχλούν και τους στεναχωρούν. Οι προκαταλήψεις στην οπτική γωνία των συντρόφων, τους εμποδίζουν να αναγνωρίσουν και να απολαύσουν τα θετικά στοιχεία της σχέσης. Όταν υπάρχουν συγκρούσεις, ο κάθε σύντροφος καλείται να μην αναλώνεται στην αμφισβήτηση των λεγομένων ή των πράξεων του άλλου, αλλά να αξιολογεί τις δικές του. Οι κατηγορίες προς τον άλλο μπορεί να αποφορτίζουν από την ένταση της στιγμής, αλλά είναι δυνητικά επικίνδυνες για τη σχέση, γιατί μπορεί να οδηγήσουν σε μόνιμο θυμό και δυσαρέσκεια.

Η συντροφικότητα είναι βασική προϋπόθεση για μία καλή σχέση. Στα αρχικά στάδια της σχέσης αποτελεί ένα σημαντικό θετικό στοιχείο, αλλά, κάποιες φορές στη συνέχεια, όσο οι απαιτήσεις της καθημερινότητας αυξάνονται παράλληλα με τις υποχρεώσεις των συντρόφων, τείνει να εξασθενεί. Η συντροφικότητα μπορεί να ενισχυθεί με τον προγραμματισμό δραστηριοτήτων που είναι αμοιβαία ικανοποιητικές, όπως ένα ταξίδι ή μία πολιτιστική εκδήλωση. Εκτός από τις δραστηριότητες αναψυχής είναι σημαντικό οι σύντροφοι να απολαμβάνουν μαζί την καθημερινότητα, όπως για παράδειγμα να κάνουν μαζί τα ψώνια του σπιτιού, να βλέπουν μαζί μια ταινία ή να μαγειρεύουν μαζί.

Ο Gottman (1994) προτείνει την τεχνική των «πέντε μαγικών ωρών» ανά εβδομάδα για να διατηρηθεί η ζωντάνια της σχέσης. Μισή ώρα τουλάχιστον την ημέρα είναι ο χρόνος που χρειάζεται να είναι αποκλειστικά αφιερωμένος στο ζευγάρι και όχι στα οικονομικά προβλήματα ή τα θέματα που αφορούν άλλα ζητημάτα (παιδιά, συγγενείς κλπ). Η ποιότητα του χρόνου είναι σημαντική. Στο διάστημα αυτό οι σύντροφοι περνούν χρόνο μαζί συζητώντας για να αποφορτιστούν από την καθημερινότητα και βιώνοντας αμοιβαία αγάπη, εκτίμηση και σεβασμό, συντροφεύοντας ο ένας τον άλλον στις χαρές αλλά και τις προκλήσεις της καθημερινότητας. Οι μικρές στιγμές μέσα στην ημέρα που υπενθυμίζουν στους συντρόφους την αγάπη, τη φροντίδα και το ενδιαφέρον είναι πολύ σημαντικές για τη διατήρηση μιας ευτυχισμένης σχέσης. Ποτέ δεν θα πρέπει να υποτιμάται η δύναμη του να περνούν χρόνο μαζί οι δύο σύντροφοι. Κάνοντας διασκεδαστικά πράγματα, όπως να γελούν μαζί, να περπατούν μαζί ή οτιδήποτε άλλο τους ευχαριστεί, αναζωπυρώνεται το πάθος και αναπτύσσεται η συναισθηματική σύνδεση τους. Βέβαια, εξίσου σημαντικό και απαραίτητο, είναι οι δύο σύντροφοι να μπορούν να περνάνε χρόνο μακριά και σε άλλες δραστηριότητες εκτός της σχέσης. Αυτό ανανεώνει πρώτα τους ίδιους ως άτομα και στην συνέχεια αυτή η ανανέωση μεταφέρεται και στη σχέση.

Ένας τρόπος βελτίωσης της σχέσης είναι η αναγνώριση και η ικανοποίηση των αναγκών του άλλου. Η κατανόηση των αναγκών του συντρόφου πολλές φορές είναι δύσκολη, αφού πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να τις εκφράσουν, ενώ θεωρούν ότι είναι προτιμότερο να τις ανακαλύπτει ο άλλος χωρίς να εκτεθούν. Ορισμένες ανάγκες μπορεί να μη χρειάζονται ιδιαίτερη προσπάθεια για να εκπληρωθούν, αλλά περιέχουν συμβολικό νόημα (όπως π.χ. ένα τηλεφώνημα στη μητέρα του άλλου που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας). Παρά το ότι τέτοιες πράξεις δεν αλλάζουν τη σχέση, μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση για τη βελτίωσή της.

Επιπλέον στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της σχέσης, είναι η αναγνώριση της θετικής συμπεριφοράς του άλλου. Πολλές από τις θετικές συμπεριφορές του συντρόφου, μπορεί να προσπερνώνται χωρίς να τους αποδίδεται η δέουσα σημασία. Ο κάθε σύντροφος καλείται να αναγνωρίζει και να «σημειώνει», νοητικά ή και γραπτά, ο,τιδήποτε τον χαροποίησε από τη συμπεριφορά του άλλου. Έχει βρεθεί ότι ακόμη και η απλή καταγραφή των θετικών πράξεων του συντρόφου, βαθμολογώντας τις ως προς το βαθμό ικανοποίησής τους, μπορεί να επιφέρει βελτίωση στη σχέση στο 70% των ζευγαριών (Goldstein, 1972).

Μία άλλη τεχνική για την ευημερία ενός ζευγαριού, αποτελεί η «αναλογία πέντε προς ένα». Έχει βρεθεί ότι στα ευτυχισμένα ζευγάρια ή αναλογία ευχάριστων σε σχέση με τις δυσάρεστες στιγμές είναι τουλάχιστον πέντε προς ένα (Gottman, 1994). Τα ευτυχισμένα ζευγάρια έχουν συγκρούσεις και δυσκολίες, όμως γελάνε, «πειράζουν» ο ένας τον άλλο και δείχνουν τρυφερότητα, επειδή έχουν αναπτύξει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς. Ορισμένα παραδείγματα συμπεριφορών που μπορούν να δοκιμάσουν οι σύντροφοι για να επιτύχουν αυτή την αναλογία είναι το να δείξουν ενδιαφέρον προς το σύντροφό τους, π.χ. ακούγοντάς τον με προσοχή, δείχνοντας τρυφερότητα, π.χ, μέσω του αγγίγματος και δείχνοντας φροντίδα με απλές καθημερινές συμπεριφορές που εκφράζουν την αγάπη προς τον άλλο. Ακόμη μπορούν να δημιουργήσουν μικρά καθημερινά τελετουργικά, όπως το να φιλιούνται όταν αποχαιρετούν ο ένας τον άλλο για τη δουλειά, να στέλνουν γραπτά μηνύματα με προσωπικό νόημα κλπ.

Σύμφωνα με το συγγραφέα Charles Duhigg οι καθημερινές συνήθειες είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία σε όλους τους τομείς της ζωής μας, και συμβάλλουν στην υγεία και την παραγωγικότητά μας. Στο πλαίσιο των συντροφικών σχέσεων κατά το Gottman οι «τελετουργίες ένωσης» συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της σχέσης. Αυτές «απαιτούν» από τους συντρόφους τα εξής ακόλουθα:

1. Να απολαμβάνουν μαζί τα γεύματα τους, χωρίς να κοιτάζουν οθόνες.

2. Καθημερινή συζήτηση για τη μείωση του στρες.

3. Προγραμματισμός μία φορά το χρόνο κοινών διακοπών.

4. Να ασκηθούν μαζί.

5. Να μοιράζονται ένα φιλί έξι δευτερολέπτων καθημερινά.

Συνοψίζοντας, οι προτροπές προς τους συντρόφους περιλαμβάνουν τα εξής:

1. Συχνή επιβεβαίωση του μεταξύ τους δεσμού με σωματική εγγύτητα και συναισθηματική επικοινωνία.

2. Συμμετοχή σε δραστηριότητες που σχετίζονται με ψυχαγωγία, παιχνίδι και δημιουργικότητα, ώστε να εξισορροπούνται οι καθημερινές δυσκολίες της συμβίωσης.

3. Κατάλληλη έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων και ενεργητική ακρόαση από το άλλο μέλος του ζευγαριού. Αναγνώριση και από τους δύο ότι όσα δεν λέγονται (ορισμένες φορές και για ορισμένα ζητήματα) σε μία σχέση, είναι κάποιες φορές περισσότερο επιβλαβή γι’αυτήν, παρά ό,τι θα μπορούσε να λεχθεί.

4. Ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί στον καθένα σε περιπτώσεις παράβασης του δεσμού και προσπάθεια αποκατάστασής και ενδυνάμωσής του, εκφράζοντας παράλληλα τη μεταμέλεια του συντρόφου που πλήγωσε τον άλλο και προσπάθεια να μην επαναλάβει το ίδιο λάθος. Επίσης, ο πληγωμένος σύντροφος θα χρειαστεί να μάθει να συγχωρεί και να μην είναι μνησίκακος και εκδικητικός.

5. Να μην πιστεύει ο καθένας ότι έχει απόλυτο δίκαιο, αλλά να μαθαίνει ο ένας από τον άλλο. Οι σύντροφοι καλούνται να αποδεχτούν τις διαφωνίες ως πηγή ανανέωσης και προοπτικής, και εντέλει υγιούς εξέλιξης της σχέσης τους.

6. Οι σύντροφοι καλούνται να επιλέξουν την εμπιστοσύνη, την ειλικρίνεια και τον αμοιβαίο σεβασμό ως θεμέλια μίας διαρκούς σχέσης αγάπης.

7. Είναι καλό να εκφράζονται συχνά τα θετικά συναισθήματα και οι ελπίδες για το μέλλον προς τον άλλο σύντροφο. Ακόμη, είναι σημαντική η ενίσχυση της καλής θέλησης κάνοντας πράγματα που θα ευχαριστήσουν τον άλλο.

8. Η ενίσχυση του «εμείς» και της ιδιαιτερότητα της σχέσης, ώστε να ενδυναμωθεί η ταυτότητά της, χωρίς όμως να αποκλειστούν οι σύντροφοι από κοινωνικά και οικογενειακά πλαίσια. Με αυτό τον τρόπο εξισορροπείται η αυτονομία του καθένα, με την εγγύτητα της συντροφικής σχέσης.

Βιβλιογραφία

Beck, A. (1996) Δεν αρκεί μόνο η αγάπη. Πατάκη.

Crowe, M., Wylie, K. (2017) Overcoming Relationship Problems Q A self-help guide using cognitive behavioural techniques. Little, Brown Book Group.

Gottman, J.; Silver, N. (1999). The Seven Principles for Making Marriage Work. Crown Publishers imprint – Three Rivers Press.

Harway, Μ. (2005) Handbook of Couples Therapy. John Wiley & Sons, Inc.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Μηχανισμοί Άμυνας

Μηχανισμοί Άμυνας

Καθημερινά καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε διαφόρων ειδών καταστάσεις στην ζωή μας. Άλλες πολύ όμορφες και ευχάριστες, άλλες περίεργες και άλλες πολύ δύσκολες. Κάθε κατάσταση προκαλεί και τα ανάλογα συναισθήματα. Συχνά προσπαθούμε είτε να εκφράσουμε, είτε να αποκρύψουμε και πολλές φορές συμβαίνει να μην μπορούμε συνειδητά ούτε καν να κατανοήσουμε τι ακριβώς αισθανόμαστε.

Το «εγώ»* μας προσπαθεί πάντα να μας κρατά σε μία ψυχική ισορροπία ανάμεσα στις επιθυμίες μας |«εκείνο»* ή αλλιώς ασυνείδητο| και στις υποχρεώσεις, τα «πρέπει» |υπερεγώ*|. Έτσι προσπαθεί να μειώσει το στρες και τις εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνουμε προσπαθώντας να ισορροπήσουμε ανάμεσα στα «θέλω» και στα «πρέπει».

Έτσι το «εγώ» μας αναζητά τις απαντήσεις μη συνειδητά μέσω των Μηχανισμών Άμυνας. Σύμφωνα με τον Sigmund Freud, οι αμυντικοί μηχανισμοί είναι αυτοματοποιημένες σκέψεις ή τεχνικές που εκτελούνται ασυνείδητα για την αντιμετώπιση στρεσογόνων καταστάσεων και ερεθισμάτων που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε.

Οι αμυντικοί μηχανισμοί αν και παραποιούν την πραγματικότητα γύρω μας, σε πολλές περιπτώσεις είναι αναγκαίοι και βοηθητικοί. Παθολογική διάσταση αποκτούν όταν χρησιμοποιούνται συνεχώς και όταν αποτελούν το μοναδικό τρόπο για να διαχειριστούμε ή να αντιμετωπίσουμε μία κατάσταση.

Παρακάτω περιγράφονται ορισμένοι μηχανισμοί άμυνας:

Άρνηση. Μη αποδοχή μίας κατάστασης ως πραγματική. Για παράδειγμα όταν χάνουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο, αρνούμαστε να δεχτούμε ότι συμβαίνει το συγκεκριμένο γεγονός.

Απώθηση. Η απώθηση μας οδηγεί στο να ξεχάσουμε μία δύσκολη εμπειρία που έχουμε βιώσει, μεταφέροντας την στο ασυνείδητο. Αυτό δεν σημαίνει ότι, όντας ασυνείδητη μία τέτοια εμπειρία, δεν μας επηρεάζει στην συνειδητή ζωή μας.

Παλινδρόμηση. Η μετάβαση σε ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο (στα παιδιά) ή σε μία προγενέστερη κατάσταση γιατί η παρούσα κατάσταση μας προκαλεί άγχος και μας δυσκολεύει. Για παράδειγμα ένα παιδί «παλινδρομεί» με την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια, καθώς αισθάνεται ζήλεια και δυσκολεύεται να αποδεχθεί την νέα κατάσταση.

Απόσυρση. Απομάκρυνση από μία δυσφορική κατάσταση που δεν μας ευχαριστεί ή δεν θέλουμε να την διαχειριστούμε (π.χ. χρήση ουσιών για να ξεφύγουμε από μια δυσάρεστη πραγματικότητα).

Προβολή. Προβάλλουμε στοιχεία και συναισθήματα του εαυτού μας σε κάποιον άλλο. Δεν αποδεχόμαστε ως δικά μας κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά μας, και τα αποδίδουμε σε ένα άλλο πρόσωπο (π.χ. δεν ήμουν επιθετικός μαζί του, εκείνος ήταν).

Ενδοβολή. Η ενδοβολη αποτελεί εσωτερίκευση των ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος μας. Ουσιαστικά για να αισθανθούμε καλύτερα φερόμαστε όπως π.χ. οι γονείς μας παρόλο που μπορεί να μην μας αρέσει η συμπεριφορά τους.

Εξιδανίκευση. Η πεποίθηση ότι κάποιος είναι «τέλειος». Βλέπουμε μόνο την θετική πλευρά ενός ατόμου ώστε να νιώσουμε καλύτερα και εμείς βρισκόμενοι δίπλα του. Συχνό φαινόμενο στον έρωτα (ο αρχικά εξιδανικευμενος συντροφος).

Παντοδύναμος Έλεγχος. Η πεποίθηση ότι έχουμε τον έλεγχο σε γεγονότα που μας συμβαίνουν και μπορούμε να κατευθύνουμε τα πράγματα εκεί που θέλουμε, έτσι ώστε να μειώσουμε το άγχος που μας διακατέχει.

Προβλητική Ταύτιση. Και σε αυτό τον αμυντικό μηχανισμό αποδίδουμε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (τα οποία συνήθως είναι δικά μας) σε ένα άλλο πρόσωπο, και εντέλει το άλλο πρόσωπο αρχίζει να φέρεται όπως εμείς του έχουμε προσάψει ότι είναι. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πει κάποιος: «Δεν είμαι εγώ ειρωνικός, εσύ είσαι ειρωνικός» και το άλλο πρόσωπο τελικά αρχίζει να είναι ειρωνικό.

Διχοτόμηση (Σχάση). Η πεποίθηση ότι κάποιος π.χ. είναι μόνο «καλός» ή μόνο «κακός», καθώς αδυνατούμε να εμπεριέξουμε ότι κάποιος που είναι καλός μπορεί να κάνει κάποιες φορές και κακά πράγματα και το αντίστροφο.

Διάσχιση. Η αίσθηση ότι είμαστε «έξω από το σώμα» μας όταν βιώνουμε μια οδυνηρή κατάσταση. Νιώθουμε σα να μην συμβαίνει σε εμάς και να είμαστε παρατηρητές του γεγονότος.

Μόνωση του Συναισθήματος. Το συναίσθημα «αφαιρείται» από την κατάσταση γιατί είναι πολύ δύσκολο να το διαχειριστούμε. Παράδειγμα αποτελούν άνθρωποι που αφηγούνται μια ιστορία και ακούγονται ψυχροί και αδιάφοροι για το γεγονός που περιγράφουν.

Εκλογίκευση. Η λογική χρησιμοποιείται ως επεξήγηση κάποιου συναισθήματος, ώστε να μην το παραδεχθούμε ευθέως.

Διανοητικοποίηση. Προσπάθεια να αποκρύψουμε δύσκολα συναισθήματα χρησιμοποιώντας επιστημονικές γνώσεις και επεξηγήσεις που με ψυχρό τρόπο ερμηνεύουν την κατάσταση.

Γνωστική Απόσπαση. Αντίθετες μεταξύ ιδέες και πεποιθήσεις που όμως δεν αντιλαμβανόμαστε συνειδητά ότι διαθέτουμε. Σύνηθες παράδειγμα είναι η φράση: «Δεν είμαι ρατσιστής αλλά..», όπου συνήθως μετέπειτα λέγεται κάτι άκρως περίεργο ή ρατσιστικό.

Ακύρωση. Προσπάθεια να εξαλείψουμε μια άσχημη ενέργεια μας, παριστάνοντας σα να μην έχει συμβεί και παράλληλα κάνοντας μία αντίθετη της, θετική ενέργεια. Προσπαθούμε ουσιαστικά να περιορίσουμε το αρνητικό συναίσθημα που αισθανόμαστε με μια επιδιορθωτική κινηση.

Στροφή εναντίον του εαυτού. Συνήθως αισθανόμαστε ενα αρνητικό συναίσθημα για κάποιον και επειδή δυσκολευόμαστε να του το εκφράσουμε το στρέφουμε στον εαυτό μας. Π.χ. Ο θυμός για κάποιον άλλον που δεν εκφράζεται, τελικά στρέφεται σε εμάς όπου γινόμαστε σκληροί και ενοχικοί προς τον εαυτό μας.

Αντίστροφη. Το συναίσθημα το οποίο εμείς χρειαζόμαστε το προσφέρουμε στους άλλους. Για παράδειγμα, ενώ χρειαζόμαστε φροντίδα οι ίδιοι μπορούμε να γίνουμε φροντιστές των άλλων.

Μετάθεση. Αυτό που νιώθουμε για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, λόγω φόβου και δισταγμού το μεταθέτουμε σε ένα άλλο. Για παράδειγμα, ο θυμός εναντίον του συζύγου μας που μας δυσκολεύει να τον εκφράσουμε, «ξεσπά» στους φίλους μας.

Αντιδραστικός Σχηματισμός. Η μετατροπή ενός συναισθήματος που μας φαίνεται δύσκολο και απειλητικό στο ακριβώς αντίθετο του συναίσθημα (π.χ. η ζήλεια για το νεογέννητο αδερφάκι, μετατρέπεται σε υπερβολική αγάπη προς αυτό.

Εκδραμάτιση. Η εκδήλωση μιας συμπεριφοράς με έντονο συναίσθημα σε μία κατάσταση που αυτό δεν ενδείκνυται ή δεν είναι επιτρεπτό να συμβεί (π.χ. όταν χρειάζεται να διαχειριστεί ένα σημαντικό γεγονός με το να παραστεί εκεί, το άτομο αποχωρεί).

Αντιστάθμιση (Υπεραναπλήρωση). Προσπάθεια να κρύψουμε κάποια συναισθήματα μειονεξίας και ανεπάρκειας που αισθανόμαστε για κάτι, με το να διακριθούμε και να επιτύχουμε σε έναν άλλο τομέα.

Σεξουαλική Επένδυση. Όταν σεξουαλικοποιούμε, δίνοντας αισθησιακή χροιά σε κάποια κατάσταση για να αποφύγουμε άλλα οδυνηρά και δύσκολα συναισθήματα.

Μετουσίωση. Η ανάγκη του ανθρώπου να είναι αποδεκτός μέσα σε μία κοινωνία τον κάνει να μετουσιώνει πιθανές «ακατάλληλες» σκέψεις μέσα σε κοινωνικά αποδεκτές νόρμες. Για παράδειγμα, οι σαδιστικές τάσεις ενός ανθρώπου μετουσιώνονται μέσω του επαγγέλματος του και γίνεται χειρουργός.

Ταύτιση. Η προσπάθεια να γίνουμε σαν κάποιον άλλον, επειδή εκείνος διαθέτει κάτι το οποίο εμείς δεν έχουμε.

Οι παραπάνω αποτελούν μόνο ορισμένες από τις αμυντικές διεργασίες που επιτελεί το «Εγώ» και η αναφορά ήταν ενδεικτική. Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι «αμυνόμαστε» για πολλούς και διαφορετικούς λόγος ο καθένας μας. Το ζητούμενο και αυτό που χρειάζεται να σκεφτούμε είναι: για ποσό χρονικό διάστημα χρειάζεται κάποιος να ζει μέσα από τις άμυνες του;

*Εγώ, Εκείνο και Υπερεγώ: είναι οι τρεις συνιστώσες του μοντέλου για τη δομή του ανθρωπίνου ψυχικού οργάνου στα πλαίσια της δεύτερης τοπικής θεωρίας του Sigmund Freud. Σύμφωνα με αυτό το δομικό μοντέλο το Εκείνοαντιπροσωπεύει τα κίνητρα, τα ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες του ατόμου και κατά συνέπεια είναι έμφυτο. Το Εγώ αποτελεί το λογικό μέρος που αν και δεν είναι έμφυτο,αναπτύσσεται και καλλιεργείται με την επίδραση της συσσωρευμένης εμπειρίας. Τέλος το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει όλες τις θετικές ηθικές και κοινωνικές αξίες του ατόμου, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο την ηθική συνείδηση.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Όνειρα

Όνειρα

Τα όνειρα αποτελούν νοητικές και συναισθηματικές εκφράσεις, που προβάλλονται στην «οθόνη» του νου μας κατά την διάρκεια του ύπνου μας.

Συνήθως ονειρευόμαστε περίπου για μία με δύο ώρες κάθε βράδυ. Κατα μέσο όρο έχουμε 4 με 7 όνειρα όσο κοιμόμαστε (ύπνος REM*).

Αρκετές φορές οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι δεν ονειρεύονται, στην πραγματικότητα όμως όλοι μας ονειρευόμαστε, αλλά δεν θυμόμαστε πάντα τα όνειρά μας.

Ψυχαναλυτική Προσέγγιση

Ο Freud στην Ερμηνεία των Ονείρων (1990), αναφέρει ότι τα όνειρα συνδέονται ιδιαίτερα με σεξουαλικά και επιθετικά ένστικτα. Έχουν πολλά κρυφά νοήματα και αποτελούν τη «βασιλική οδό προς τη γνώση του ασυνείδητου». Χαρακτηρίζονται και ως ο «φύλακας του ύπνου», καθώς μας διασφαλίζουν την διάρκεια του. Τα όνειρα είναι το μέσο έκφρασης του ατόμου για τις ασυνείδητες επιθυμίες του, και ουσιαστικά ορίζονται σαν μια ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας μας.

Από τι ακριβώς όμως «αποτελούνται» τα όνειρα;

Τα όνειρα απαρτίζονται από τις πηγές και στα στοιχεία τους.

Πηγές του Ονείρου: τα κατάλοιπα της ημέρας ή της ζωής μας, και οι νυχτερινές αισθητηριακές εμπειρίες (πχ ενόχληση στο στομάχι, πονοκέφαλος κλπ).

Στοιχεία του Ονείρου: το Έκδηλο Όνειρο, το Λανθάνον Όνειρο, η Διεργασία του Ονείρου: (•Μηχανισμός Συμπύκνωσης, •Μηχανισμός Μετάθεσης, •Δραματικοποίησης, •Δευτερογενής Επεξεργασία).

Πιο συγκεκριμένα:

Η Διεργασιά του ονείρου αποτελεί την μετατροπή του λανθάνοντος (ασυνείδητου) περιεχομένου στην έκδηλη (συνειδητή )του μορφή. Περιλαμβάνει τις 3 βασικές προαναφερθείσες λειτουργίες:

Συμπύκνωση (Condensation): Διαφορετικά στοιχεία συνδυάζονται ή συγχωνεύονται σε μία μόνο απεικόνιση, με αποτέλεσμα η εξήγηση ή το ξετύλιγμα αυτής της απεικόνισης να έχει πολλές ερμηνείες (πολυπλοκότητα ονείρου). Για παράδειγμα, βλέπω στον ύπνο μου τον παππού μου όπου στο πρόσωπό του έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα απο έναν θείο μου και ένα φίλο μου.

Μετάθεση (Displacement): Μια εικονική αναπαράσταση που εμπεριέχει στοιχεία τα οποία μετατίθενται σε άλλα στοιχεία. Για παράδειγμα, βλέπω στο όνειρο μου ότι χωρίζω με τον σύντροφο μου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό συνέβη πρόσφατα σε κάποιον γνωστό μου.

Δραματοποίηση (Dramatization): Η αναπαράσταση των σκέψεων σε εικόνες.

Δευτερογενής Επεξεργασία (Secondary Process): Η δευτερογενής επεξεργασία αποτελεί την πρώτη ερμηνεία του ονείρου από τον ίδιο τον ονειρευόμενο, ώστε αυτό να αποκτήσει μια πιο λογική και κατανοητή μορφή.

•Βασική τεχνική στην ανάλυση των ονείρων θεωρείται ο ελεύθερος συνειρμός*.

Αναλυτική Ψυχολογία

Ο Carl Jung υποστήριξε ότι μέσω των ονείρων οι άνθρωποι μπορούμε να βρούμε βοήθεια ώστε να ωριμάσουμε, αποκτώντας έτσι την κατανόηση του εαυτού μας.

Επίσης, θεώρησε πως μέσα από τα όνειρα μπορεί να προκύψουν λύσεις σε προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όταν είμαστε σε εγρήγορση.

Συγκεκριμένα, τα όνειρα είναι η άμεση, φυσική έκφραση του διανοητικού κόσμου του ονειρευόμενου, δηλαδή παρουσιάζουν «αυθόρμητα, με συμβολική μορφή, την πραγματική κατάσταση του ασυνείδητου».

Η βασική διαφορά του Jung από τον Freud όσον αφορά τα όνειρα, αποτελεί τον ισχυρισμό του Jung ότι, τα όνειρα έχουν στόχο την συλλογικότητα και τον οικουμενισμό και όχι τόσο την ατομικότητα που πηγάζει από τις εμπειρίες ζωής. Επιπλέον, το γεγονός ότι, στα όνειρα δεν κρύβονται ή υπονοούνται σκέψεις και συναισθήματα που σχετίζονται με το σεξ και την επιθετικότητα.

Θεραπεία Gestalt

Ο Perls ανέπτυξε την θεραπεία Gestalt, στην οποία ο θεραπευόμενος επικεντρώνεται σε στιγμιαίες σκέψεις, συναισθήματα και αντιδράσεις. Η θεωρία του για τα όνειρα βασίζεται στην ίδια πεποίθηση.

Τα όνειρα λοιπόν λειτουργούν ως προβολές ορισμένων πλευρών του εαυτού μας. Σε αρκετές περιπτώσεις, στην «συνειδητή» ζωή μας, αυτές οι πλευρές έχουν αγνοηθεί, καταπιεσθεί ή απορριφθεί.

Σκοπός της Gestalt προσέγγισης είναι η επανασύνδεση μας με αυτές τις πλευρές μέσα από την ονειρική ανάλυση.

Κάθε άτομο ή αντικείμενο μέσα σε ένα όνειρο αντιπροσωπεύει κάποια πλευρά του ονειρευόμενου (διπλές ή πολλαπλές υποστάσεις του εαυτού). Για να αναλύσουμε τα όνειρα μας χρειάζεται διάλογος, πράξεις και υποκριτική. Χρειάζεται να αναλύσουμε το όνειρο στο εδώ και τώρα. Για παράδειγμα, ο ονειρευόμενος ενθαρρύνεται όχι μόνο να αρχίσει έναν διάλογο με τις διάφορες πλευρές του ονείρου, αλλά και να πάρει το μέρος αυτών των πλευρών, αναπαριστώντας το όνειρο στο μυαλό του. Αυτό ισχύει για τα έμψυχα και τα άψυχα αντικείμενα.

Τέλος, ο Perls δεν ασπάζεται ιδιαιτέρως τα «παγκόσμια» σύμβολα, αλλά το ότι τα σύμβολα του καθενός είναι μοναδικά και μόνο ο ίδιος ο ονειρευόμενος μπορεί να δώσει την αληθινή εξήγησή τους.

Ατομική Ψυχολογία

Σύμφωνα με τον Adler τα όνειρα θεωρούνται σημαντικά βοηθήματα για την ζωή μας και ο αριθμός των ονείρων μας συσχετίζεται άμεσα με την ποσότητα των προβλημάτων που έχουμε.

Έτσι όσο περισσότερο «προβληματική» είναι η ζωή μας, τόσα περισσότερα όνειρα έχουμε. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε κάποια προβλήματα στα όνειρα μπορεί να μας βοηθήσει και στην πραγματικότητα. Το όνειρο δηλαδή μοιάζει να είναι μια πρόβα, μια εξομοίωση της ζωής ή απλώς ένας τρόπος να πραγματοποιήσουμε μη ρεαλιστικές επιθυμίες. Σε αυτή την προσέγγιση, ο έλεγχος, η δύναμη, και το κίνητρο είναι οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από τη συμπεριφορά μας κι όχι τα σεξουαλικά μας ένστικτα. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε βασίζεται περισσότερο σε συνειδητές επιλογές παρά σε ασυνείδητες επιρροές.

Υπάρχει επίσης η πεποίθηση ότι, το ασυνείδητο δεν λειτουργεί εναντίον του συνειδητού, αλλά «δουλεύουν» συνεργατικά. Επομένως, μέσα από τα όνειρα, μας δίνεται η δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή με ανασφάλειες, φοβίες και αδυναμίες που συνειδητά ίσως να μην επιχειρούσαμε.

Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία

Σύμφωνα με τον Irvin Yalom, θεμελιωτή της υπαρξιακής προσέγγισης, τα όνειρα αποτελούν βοήθημα για μια αποτελεσματική θεραπεία, εφόσον μέσα από αυτά μαθαίνουμε και κατανοούμε καλύτερα την ζωή του ονειρευόμενου.

Είναι ένας τρόπος για να συνδυάσουμε πρόσωπα και σκηνές του ονείρου με γεγονότα του παρελθόντος.

Δεν γίνεται να υπάρξει πλήρης ερμηνεία σε ένα όνειρο, εφόσον πολλές φορές απουσιάζουν λεπτομέρειες ή στοιχεία εξαιτίας της λήθης της επόμενης μέρας.

Επί της ουσίας, τα όνειρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με πραγματισμό ως ένα πολύτιμο μέσο για την ενίσχυση της θεραπευτικής συμμαχίας, της εμπιστοσύνης και «μυστικότητας».

Διεργασία του Ονείρου κατά την διάρκεια της Ψυχοθεραπείας

Στην ψυχοθεραπεία συνήθως εξηγούνται τα μέρη του ονείρου που έχουν συνάφεια με την τρέχουσα φάση της θεραπείας (θεραπευτική σχέση, συναισθήματα κλπ). Συγκεκριμένα, το πρώτο όνειρο που μπορεί να «φέρει» ένας θεραπευόμενος μπορεί να αποβεί «προφητικό» για την εξέλιξη της θεραπείας. Τα όνειρα που αφορούν τον θεραπευτή κατέχουν εξέχουσα θέση και συνήθως αυτό που εξετάζεται είναι ποια συναισθήματα αναδύονται από το όνειρο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκε σε αυτό ο θεραπευτής. Συνήθως ο θεραπευτής προτείνει στον θεραπευόμενο αρχικά να καταγράφει τα όνειρα στο ενδιάμεσο της νύχτας (εφόσον ξυπνήσει) ή το επόμενο πρωί.

Με αυτό τον τρόπο δεν παραλείπονται οι λεπτομέρειες που μπορεί να είναι σημαντικές, καθώς επίσης παρατηρείται, αν, για παράδειγμα, υπάρχει ένα όνειρο το οποίο επαναλαμβάνεται συνεχώς, και ποια η σημασία του. Οι ελεύθεροι συνειρμοί, χωρίς λογοκρισία, πάνω στο όνειρο δίνουν επίσης αρκετό μη επεξεργασμένο υλικό. Είναι επίσης σημαντικό να θυμηθεί ο θεραπευόμενος τι προηγήθηκε τις προηγούμενες μέρες, ώστε να καταλάβουμε την συσχέτιση με το όνειρο.

Τα πρόσωπα που εμφανίζονται σε ένα όνειρο είναι συνήθως οι όψεις του ίδιου ονειρευόμενου. Αυτά τα πρόσωπα αποτελούν «μεταμορφώσεις» και διαφορετικές «πτυχές» του εαυτού του ονειρευόμενου.

Σύμφωνα με τον Ryle, στην Γνωσιακή Αναλυτική Θεραπεία (CAT) τα όνειρα μπορεί να έχουν πολυεπίπεδα μηνύματα. Η ερμηνεία ενός ονείρου στηρίζεται στην περιγραφή του περιεχομένου και στις αυτόματες σκέψεις και τα συναισθήματα του θεραπευόμενου που μπορεί να αναδύονται από το όνειρο. Χρησιμοποιείται η συνεργατική χρήση γραπτού υλικού και η αυτό-αντανάκλαση με απώτερο στόχο τον ανασχηματισμό και την κατανόηση του ονείρου.

Τα όνειρα που μπορεί να αφορούν και τον θεραπευτή κατέχουν εξέχουσα θέση στην διερεύνηση της σημασίας της θεραπευτικής σχέσης, καθώς και φαινομένων όπως η μεταβίβαση* και η αντιμεταβίβαση*. Ο θεραπευτής προσκαλεί τον θεραπευόμενο, να αναγνωρίσουν και να εξετάσουν από κοινού, ρόλους και enactments (εκδραματίσεις) οι οποίες μπορεί να παρουσιάζονται στο περιεχόμενο ενός ονείρου με τρόπο διακριτό ή μη (μετάθεση ή και συμπύκνωση πραγματικών στοιχείων με πιθανές ενδόμυχες προσδοκίες).

Το όνειρο σήμερα

Κάθε θεραπευτικό μοντέλο αντιμετωπίζει το όνειρο μέσα από το δικό του πρίσμα, όμως αυτό που συνολικά έχει σημασία είναι το υποκειμενικό βιώμα του ονειρευόμενου. Η μετάφραση και η ερμηνεία του από τον ίδιο, είναι αυτή που ουσιαστικά μας δίνει τις σημαντικότερες πληροφορίες.

Ο τρόπος της εικονοπλασίας δηλαδή αν το περιεχόμενο του ονείρου είναι λιτό, γεμάτο, έντονο κλπ, συμβάλλει στην εξαγωγή συμπερασμάτων.

Το όνειρο, όταν έρχεται μέσα στην θεραπευτική διαδικασία, λειτουργεί και ως ένα είδος μεταβατικού αντικειμένου*, μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, ουσιαστικά δηλαδή είναι ένα «εργαλείο» που ενισχύει την μεταξύ τους σχέση ώστε αυτό να επιφέρει αποτελέσματα στην θεραπευτική διαδικασία.

Σε πολλές περιπτώσεις χρειάζεται να διερευνηθεί η συσχέτιση του ονείρου με πιθανές πράξεις του ονειρευόμενου στην καθημερινότητα του.

Η μορφολογική διάσταση, δηλαδή η ηλικία ,η διάγνωση του ονειρευόμενου καθώς και η κινητική εκφραστικότητα του (νυχτερινή ούρηση, υπνοβασία κλπ), συμβάλλουν επίσης στην ερμηνεία και την σημασία του εκάστοτε ονείρου.

Η ερμηνεία ενός ονείρου μοιάζει με την επίλυση ενός πάζλ. Μια έγχρωμη εικόνα, επικολλημένη πάνω σε ένα λεπτό φύλλο ξύλου και τοποθετημένη ακριβώς σε ένα ξύλινο πλαίσιο, είναι κομμένη σε ένα μεγάλο αριθμό κομματιών από τα πιο ακανόνιστα και κυρτά σχήματα. Αν κάποιος καταφέρει να τακτοποίησει το μπερδεμένο σωρό των κομματιών, καθένα από τα οποίο φέρει επάνω του ένα ακατανόητο κομμάτι του σχεδίου, έτσι ώστε η εικόνα να αποκτήσει νόημα, έτσι ώστε να μην υπάρχει κανένα κενό πουθενά στο σχέδιο, και έτσι ώστε το όλον να εντάσσεται στο πλαίσιο – αν όλες αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται, τότε ξέρει κάποιος ότι έχει λύσει το πάζλ της επεξήγης ενός ονείρου.

*Ύπνος REM: Ο ύπνος REM (Rapid Eye Movement) γνωστός και ως ύπνος γρήγορων κινήσεων των ματιών είναι το πέμπτο στάδιο του ύπνου και χαρακτηρίζεται από γρήγορες κινήσεις των ματιών, από εγκεφαλικά κύματα που δείχνουν ενεργοποιημένα και μοιάζουν με πολύ ελαφρύ ύπνο ή με την εγρήγορση, αλλά και από βαθιά χαλάρωση των μυών, παρόμοια με αυτή στο βαθύ ύπνο. Οι άνθρωποι που ξυπνούν από ύπνο REM μπορούν να θυμηθούν πολλά όνειρα, ενώ όσοι ξυπνούν από ύπνο μη REM θυμούνται ελάχιστα ή και καθόλου όνειρα.

*Ελεύθερος Συνειρμός: Ο ελεύθερος συνειρμός είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο σκέφτεται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς, σχετικά με ένα θέμα, μια εικόνα, μια λέξη, μια σκέψη κλπ. Στην ψυχανάλυση ο ελεύθερος συνειρμός επιτρέπει στο άτομο να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις του, χωρίς να προβλέπει σε τι θα τον οδηγήσουν άλλες σκέψεις, φόβοι, συναισθήματα, εικόνες ή χωρίς να τον απασχολεί αν αυτό που λέει είναι ωραίο ή άσχημο, σωστό ή λάθος. Με αυτό τον τρόπο έχει τη δυνατότητα να καταλάβει καλύτερα πώς νιώθει πραγματικά, ποιες είναι οι ανάγκες του και έτσι να αναγνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.

*Μεταβατικό Αντικείμενο: όρος που εισήγαγε ο ψυχαναλυτής Donald Winnicott για να προσδιορίσει ένα υλικό αντικείμενο ιδιαίτερης αξίας για το το βρέφος ή το μικρό παιδί, που χρησιμοποιείται κυρίως σε στιγμές που νιώθει φόβο ή εγκατάλειψη από την μητέρα του (π.χ όταν το βρέφος πάει για ύπνο ή όταν πρέπει για λίγο να μείνει μόνο χωρίς την παρουσία της μητέρας).

*Μεταβίβαση: οι επιθυμίες, στάσεις και συναισθήματα που έχει ο θεραπευόμενος για ένα σημαντικό πρόσωπο της ζωής τους, τα οποία όμως προβάλλει στο πρόσωπο του θεραπευτή.

*Αντιμεταβίβαση: το σύνολο των ασυνείδητων αντιδράσων του ψυχαναλυτή απέναντι στον ασθενή του και συγκεκριμένα απέναντι στην μεταβίβαση του ασθενή.

Βιβλιογραφία

Adler, A. (1971). Ανθρωπογνωσία. Εκδόσεις Μπουκουμάνη.

Freud, S. (1900). Η Ερμηνεία των Ονείρων. Εκδόσεις Επίκουρος.

Jung, C. G. (1974). Dreams. Princeton, N.J.: Princeton University Press.

Perls, F. (1973). The Gestalt Approach and Eye Witness to Therapy. Εκδόσεις Paperback.

Ryle, A. & Poynton, A. & Brockman B. (1990). Cognitive Analytic Therapy: Active Participation in Therapy. Chichester: Εκδόσεις Wiley.

Yalom, I. (2008). Στον Κήπο του Επίκουρου: Αφήνοντας πίσω τον Τρόμο Θανάτου. Εκδόσεις Άγρα.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότης: Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Επαναλαμβανόμενος έλεγχος για το αν έχουμε κλείσει το φως ή το μάτι της κουζίνας φεύγοντας από το σπίτι. Συνεχόμενο πλύσιμο χεριών πάρα πολλές φορές την ημέρα. Σκέψεις καταστροφικές οι οποίες ενέχουν τον φόβο πως αν τα πράγματα δεν ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη αλληλουχία θα επέλθει καταστροφή. Προσκόλληση στη συμμετρία και την τάξη ώστε τα πράγματα να είναι σε συγκεκριμένη θέση μέσα στο χώρο. Τι συμβαίνει όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από το πλαίσιο της τελειομανίας και της ίσως χαριτωμένης, αθώας, και για πολλούς εκνευριστικής, «συνήθειας» και γίνονται εμμονικές σκέψεις και πράξεις;

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή – Διάγνωση

Στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι διάχυτο το πρότυπο της έντονης ενασχόλησης του ατόμου με την μεθοδικότητα, την τελειοθηρία και το νοητικό και διαπροσωπικό έλεγχο, σε βάρος της ευελιξίας, της ευρύτητας των αντιλήψεων και της αποδοτικότητας. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή χρειάζεται να εμφανίζει κάποια από τα ακόλουθα σύμπτωμα:

Έντονη ενασχόληση με λεπτομέρειες, κανόνες, καταλόγους, την τάξη, την οργάνωση, ή προγράμματα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χάνεται το κύριο σημείο της δραστηριότητας.

Τελειοθηρία που παρεμποδίζει την ολοκλήρωση μιας εργασίας (πχ. είναι ανίκανο να ολοκληρώσει μια προγραμματισμένη εργασία επειδή δεν πληρούνται οι δικές του υπερβολικά αυστηρές προδιαγραφές).

• Υπερβολική αφοσίωση στην εργασία και την παραγωγικότητα με αποκλεισμό των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων και των φιλικών σχέσεων (που δεν εξηγείται από προφανή οικονομική ανάγκη).

Υπερβολική ευσυνειδησία, σχολαστικότητα και ακαμψία σε θέματα ηθικής, ηθών και αξιών (που δεν εξηγείται από πολιτισμική ή θρησκευτική ταυτοποίηση).

Αδυνατεί να πετάξει φθαρμένα ή χωρίς αξία αντικείμενα, ακόμη και όταν δεν έχουν συναισθηματική αξία.

Απροθυμία να αναθέτει καθήκοντα ή να εργάζεται με άλλους, εκτός αν υποτάσσονται στον δικό του ακριβώς τρόπο αντίληψης διεκπεραίωσης των πραγμάτων.

• Υιοθετεί ένα φιλάργυρο τρόπο στο να ξοδεύει χρήματα τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους άλλους· τα χρήματα θεωρούνται κάτι που θα πρέπει να αποθησαυρίζεται για πιθανές μελλοντικές καταστροφές.

• Επιδεικνύει ακαμψία και πείσμα.

Κλινική Εικόνα

Στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή παρουσιάζονται ιδεοληψίες ή ψυχαναγκασμοί, ή και τα δύο ταυτόχρονα.

Οι ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες, οι οποίες βιώνονται, κάποιες φορές κατά την διάρκεια της διαταραχής, ως παρείσακτες και απρόσφορες και στα περισσότερα άτομα προκαλούν έντονο άγχος ή ενόχληση.

Το άτομο προσπαθεί να αγνοεί ή να καταστείλλει τέτοιες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες, ή να τις εξουδετερώσει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (π.χ. εκτελώντας έναν ψυχαναγκασμό).

Οι ψυχαναγκασμοί ορίζονται ως επαναληπτικές συμπεριφορές (π.χ. πλύσιμο χεριών, τακτοποίηση, έλεγχος) ή νοερές πράξεις (π.χ. προσευχές, μετρήσεις, σιωπηρές επαναλήψεις λέξεων) τις οποίες το άτομο αισθάνεται αναγκασμένο να εκτελέσει σε απάντηση μιας ιδεοληψίας ή σύμφωνα με κανόνες οι οποίοι πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρά.

Οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποτροπή ή την μείωση της ενόχλησης ή στην αποτροπή κάποιου απευκταίου γεγονότος ή κατάστασης. Ωστόσο αυτές οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί, να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν, ή είναι σαφώς υπερβολικές.

Οι ιδεοληψίες και οι ψυχαναγκασμοί είναι χρονοβόροι (π.χ απαιτούν περισσότερο από μία ώρα την ημέρα) ή προκαλούν κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική, ή άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας.

Διάκριση φυσιολογικής και «παθολογικής» συμπεριφοράς

Αν σκεφτούμε καλύτερα, οι ψυχαναγκασμοί δεν διαφέρουν και πολύ από διαδικασίες που επαναλαμβάνουμε καθημερινά και μας είναι απαραίτητες. Μοιάζουν δηλαδή με την καθημερινή μας ρουτίνα. Η «παθολογία» έγκειται στο σημείο όπου η πράξη επαναλαμβάνεται σε βαθμό δυσφορίας και εξάντλησης. Για παράδειγμα, βγαίνοντας από το σπίτι μας κλειδώνουμε την πόρτα και στη συνέχεια ελέγχουμε αν όντως κλειδώσαμε. Η προβληματική κατάσταση ξεκινά όταν ελέγχουμε ξανά και ξανά αν η πόρτα είναι κλειδωμένη, σε βαθμό που αυτό μας κάνει να γυρνάμε πίσω αρκετές φορές για να το επιβεβαιώσουμε. Το γεγονός αυτό μας εξαντλεί και γίνεται δυσφορικό. Με αυτό τον τρόπο μια καθημερινή διαδικασία μετατρέπεται σε μεγάλο πρόβλημα.

Αιτίες

Σχετικά με το πώς δημιουργούνται οι ψυχαναγκασμοί υπάρχουν αρκετές θεωρίες. Ο Salkovskis (1985) αναφέρεται στην ύπαρξη πρώιμων εμπειριών στη ζωή του ατόμου, όπως η δημιουργία προβλημάτων επειδή απουσίαζε η δέουσα φροντίδα και προσοχή (Observational Modeling) καθώς και η ύπαρξη ειδικής διαπαιδαγώγησης του ατόμου στους κώδικες καλής συμπεριφοράς και στην υπευθυνότητα (Cognitive Modeling).

Ο τρόπος με τον οποίο θα επεξεργαστεί το άτομο τις ιδεοληψίες θα καθορίσει και το είδος των αυτόματων σκέψεων (διερμηνείες, εκτιμήσεις) που θα παραγάγει. Οι αυτόματες σκέψεις σε ένα ιδεοψυχαναγκαστικό άτομο μπορεί να είναι του τύπου: «Αυτές οι σκέψεις που κάνω είναι τελείως απαράδεκτες και ανεπίτρεπτες», «Γιατί τις κάνω; Μήπως τρελάθηκα ή μήπως κατά βάθος τις επιθυμώ;», «Μήπως χάνω τον έλεγχο;», «Κάτι πρέπει να κάνω αλλιώς θα είμαι υπεύθυνος για ό,τι συμβεί».

Το άτομο με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή διακατέχεται συνηθως από έντονη αίσθηση ευθύνης (Inflated Responsibility). Η αίσθηση αυτή σχετίζεται με τα ίδια τα άτομα, με τρίτους ή με το γεγονός ότι μπορεί να πάθει κάποιος κάτι κακό.

Πιθανοί παράγοντες, οι οποίοι συμβάλλουν στην ανάπτυξη αυτής της υπερβολικής ευθύνης είναι οι εξής:

• Όταν η υπερβολική ευθύνη ενισχύεται κατά την παιδική ηλικία. Αυτό συμβαίνει όταν το παιδί καλείται να αναλάβει πρόωρα ευθύνες ως συνέπεια της ανικανότητας ή ανευθυνότητας των γονέων.

Αυστηροί κανόνες για το καθήκον και τους τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι μεταδίδονται από φορείς, όπως η εκκλησία και το σχολείο, μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη αυτής της υπερβολικής ευθύνης.

• Οι υπερβολικές ανησυχίες από τους γονείς. Οι γονείς αυτοί πιστεύουν ότι ο κίνδυνος παραμονεύει παντού και ότι το παιδί είναι ιδιαίτερα ευάλωτο.

• Σημαντικός παράγοντας που επίσης συμβάλλει, αποτελεί ένα ξαφνικό, αναπάντεχο γεγονός, το οποίο έχει αρνητική επίδραση π.χ. στην υγεία άλλων ανθρώπων. Το άτομο πιστεύει ότι έπρεπε να παίξει καθοριστικό ρόλο κατά την διάρκεια του γεγονότος αυτού ή θα έπρεπε να συμβάλλει στο να μην έχει συμβεί.

• Επίσης, όταν γεγονότα συμβαίνουν τυχαία, συγχρόνως με προϋπάρχοντες σκέψεις. Για παράδειγμα, ένα παιδί εύχεται σε κατάσταση θυμού να πάθει κάτι κακό ένα συγγενικό πρόσωπο, με το οποίο είναι θυμωμένο, και αυτό τελικά συμβαίνει τυχαία μετά από λίγο.

• Το Ιδεοψυχαναγκαστικό άτομο υπερεκτιμά την επικινδυνότητα μιας κατάστασης και την αρνητική εξέλιξη των πραγμάτων.

• Το άτομο αυτό διακρίνεται για τις υπερβολικές του ενοχές για αρνητικά γεγονότα, με τα τα οποία μπορεί να έχει κάποια σχέση.

Όσον αφορά το βιολογικό υπόβαθρο της αιτιολογίας είτε ως αποτέλεσμα όλων αυτών, είτε δρώντας αυτόνομα, καταδεικνύει ένα πρόβλημα επικοινωνίας μεταξυ του πρόσθιου τμήματος του εγκεφάλου και των βαθύτερων εγκεφαλικών δομών. Οι ιδεοληψίες δημιουργούνται σε συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου και ενώ θα έπρεπε να περνούν από την κατάλληλη επεξεργασία, στα άτομα με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή αυτό δεν συμβαίνει. Βασικός νευροδιαβιβαστής που έχει ενεργό ρόλο στην όλη διαδικασία είναι η σεροτονίνη, η οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση διαταράσσεται και χρειάζεται η επαναφορά της στα φυσιολογικά επίπεδα, ώστε να επέλθει η ισορροπία. Η συνολική εγκεφαλική δραστηριότητα του ατόμου με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή διαφέρει από την συνήθη, γεγονός που μάλλον επηρεάζει την επεξεργασία των πληροφοριών, την σκέψη, τις ιδέες και την ίδια την συμπεριφορά.

Αντιμετώπιση – Παρεμβάσεις

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι αντιμετώπισης συμπεριλαμβανομένης και της λήψης φαρμακευτικής αγωγής, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Στο κομμάτι της ψυχοθεραπείας, είναι ιδιαίτερα βοηθητική η συμπεριφορική θεραπεία όπου βασίζεται στην θεώρηση των ιδεοληψιών ως παρεισφρητικές και ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, οι οποίες πυροδοτούν μια σημαντική και γρήγορη αύξηση των επιπέδων άγχους, και στην θεώρηση των ψυχαναγκασμών ως απροκάλυπτες συμπεριφορές ή γνωσίες (συγκεκαλυμμένες συμπεριφορές), οι οποίες στοχεύουν στην μείωση της έντασης των αρνητικών αυτών συναισθημάτων.

Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά κάποιες τεχνικές οι οποίες χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής:

Κατακλυσμός στην Φαντασία (Imagined Flooding): Στη διαδικασία αυτή, ο θεραπευτής ενθαρρύνει τον θεραπευόμενο να βιώσει νοερά τους φόβους του κατά την διάρκεια της συνεδρίας. Για παράδειγμα, σε έναν θεραπευόμενο, ο οποίος προβαίνει σε ψυχαναγκαστικό έλεγχο των πραγμάτων, του ζητείται να φανταστεί νοερά πως αφήνει το σπίτι ανοιχτό, χωρίς να προβεί σε έλεγχο των κλειδαριών και να βιώσει τα συναισθήματα που θα είχε σε μια τέτοια περίπτωση. Ο θεραπευόμενος φαντάζεται δηλαδή, ότι του έχει συμβεί το χειρότερο δυνατό, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την κατάσταση που φοβάται. Ο θεραπευτής ενδέχεται ακόμη να ζητήσει από τον θεραπευόμενο να φανταστεί νοερά και το χειρότερο δυνατό αναμενόμενο αποτέλεσμα, όπως την κλοπή και του ζητά να συνεχίσει να φαντάζεται έτσι τον εαυτό του μέχρι να αισθανθεί καλύτερα, κατανοώντας πως μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Διακοπή της Σκέψης (Thought Stopping): Η διαδικασία αυτή στοχεύει στην απαγόρευση των ιδεοληψιών μέσω της αντικατάστασης τους με πιο ευχάριστες και καταπραϋντικές σκέψεις. Περιλαμβάνει την διακοπή των ιδεοληπτικών σκέψεων μέσα από την χρήση μιας λέξης ένδειξης, όπως η λέξη «σταμάτα» ή μιας πράξης ένδειξης, όπως το χτύπημα των χεριών από τον θεραπευτή. Ζητείται από τον θεραπευόμενο να καθίσει αναπαυτικά και να κρατήσει τα μάτια του κλειστά. Έπειτα του ζητείται να περιγράψει με λέξεις την ιδεοληπτική του σκέψη. Όσο συμβαίνει αυτό, ο θεραπευτής φωνάζει κάπως ηχηρά τη λέξη «σταμάτα» ενώ μετά από κάποια εξάσκηση είναι ο ίδιος ο θεραπευόμενος που χρησιμοποιεί την λέξη αυτή, ώστε να σταματήσει, ενώ σε μετέπειτα τελικό στάδιο η εντολή αυτή δίνεται σιωπηλά. Ο θεραπευτής μαθαίνει τον θεραπευόμενο να χρησιμοποιεί αυτή την λέξη ένδειξη, όταν βιώνει ανεπιθύμητες ιδεοληπτικές σκέψεις. Επιπρόσθετα, ο θεραπευτής καθοδηγεί τον θεραπευόμενο στην οπτικοποίηση μιας ευχάριστης σκηνής αμέσως μετά την λέξη ένδειξη. Ο θεραπευόμενος είναι αυτός που επιλέγει το περιεχόμενο και το σενάριο της εικόνας που θα οπτικοποιήσει.

Για την αντιμετώπιση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής χρησιμοποιούνται επιπλέον και άλλες τεχνικές, επιγραμματικά αναφέρουμε τις ακόλουθες: ο Κορεσμός (Satiation), η Έκθεση στην Πράξη (In-Vivo Exposure), η Μίμηση Προτύπου (Modeling), η Παρεμπόδιση Αντίδρασης (Response Prevention), η Απόσπαση της Προσοχής (Distraction), ο Προκαθορισμός της Χρονικής Στιγμής (Setting Aside A Time) και πολλές άλλες.

Όπως προαναφέρθηκε η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή μπορεί να προκαλέσει ζητήματα στην καθημερινότητα μας (π.χ. στην εργασία, στις κοινωνικές επαφές και δραστηριότητες). Είναι σημαντικό όλοι να είμαστε αρκετά ευαισθητοποιημένοι και να μην διστάζουμε να απευθυνθούμε σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, με σκοπό να την αντιμετωπίσουμε.

Σε κάθε περίπτωση θεραπευτής και θεραπευόμενος, άσχετα με την θεραπευτική μέθοδο που κάθε φορά θα επιλεγεί, στοχεύουν στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των νοητικών κατασκευών που θεωρούνται υπεύθυνες για την προβληματική κατάσταση. Από κοινού οδηγούνται στο μονοπάτι της εξόδου και της επίλυσης από το πρόβλημα, προσαρμοσμένοι πάντα στις εκάστοτε συνθήκες.

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

Cognitive Behavioral Therapy for OCD by David A.Clark.

Salkovskis, P. M. (1985). Obsessional-compulsive problems: a cognitive-behavioral analysis. Behavior Research and Therapy, 25, 571-58.

Salkovskis, P., Shafran, R., Rachman, S. & Freeston, M. H. (1999). Multiple pathways to inflated responsibility beliefs in obsessional problems: possible origins and implications for therapy and research. Behavior Research and Therapy, 37, 1055- 1072.

Εισαγωγή στη Γνωσιακή Θεραπεία, Judith S. Beck, Εκδόσεις Πατάκη, 2000.

Μανίες, Φοβίες και Έμμονες Ιδέες, Franck Lamagnere, 2011 (5η έκδ., Εκδόσεις Πατάκη).

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Εξαρτητική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Εξαρτητική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Οι άνθρωποι χρειαζόμαστε ανθρώπους. Επιβιώνουμε όντας κοινωνικά πλάσματα. Η ψυχική μας ισορροπία καθορίζεται μεγάλο βαθμό από τις έντονες συναισθηματικές «προσκολλήσεις» στους ανθρώπους που αγαπάμε και από την ευχάριστη αλληλεπίδραση μαζί τους. Όλοι μας μπορεί να ενοχληθούμε όταν οι σημαντικοί άλλοι στην ζωή μας, μας απογοητεύουν. Για κάποιους όμως, η σχέση γίνεται μονόπλευρη, «υπερφορτωμένη» και άκρως εθιστική. Αν και η διάκριση μεταξύ φυσιολογικής και ανθυγιεινής εξάρτησης μπορεί να είναι θέμα έντασης του «βαθμού» στον οποίο εκδηλώνεται, έχει εντοπιστεί μία διαταραχή της προσωπικότητας που σχετίζεται με τέτοιες μονομερείς σχέσεις.

Εξαρτητική Διαταραχή Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Εξαρτητική Διαταραχή παρουσιάζεται μία διάχυτη και υπέρμετρη ανάγκη του ατόμου να το φροντίζουν, η οποία το οδηγεί σε συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υποταγή, προσκόλληση και άγχος αποχωρισμού. Για να διαγνωσθεί το άτομο με Εξαρτητική διαταραχή χρειάζεται να εμφανίζει κάποια από τα ακόλουθα:

Δυσκολεύεται να παίρνει καθημερινές αποφάσεις, χωρίς υπερβολικό αριθμό συμβουλών και διαβεβαιώσεων από άλλους.

• Έχει ανάγκη οι άλλοι να αναλαμβάνουν την ευθύνη των σημαντικότερων περιοχών της ζωής του.

Δυσκολεύεται να εκφράζει την διαφωνία του επειδή φοβάται ότι θα χάσει την υποστήριξη ή την έγκριση των άλλων (δεν συμπεριλαμβάνονται ρεαλιστικοί φόβοι τιμωρίας).

Δυσκολεύεται να ξεκινά προγράμματα ή να κάνει πράγματα μόνο του (περισσότερο εξαιτίας έλλειψης εμπιστοσύνης στην κρίση ή τις ικανότητες του, παρά από έλλειψη κινήτρου ή ενεργητικότητας).

• Κάνει υπερβολικά πολλά πράγματα προκειμένου να εξασφαλίσει τη φροντίδα και την υποστήριξη των άλλων, μέχρι του σημείου να κάνει εθελοντικά δυσάρεστα πράγματα.

• Αισθάνεται δυσάρεστα ή αβοήθητο όταν είναι μόνο, εξαιτίας μεγαλοποιημένων φόβων ότι θα είναι ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του.

• Αναζητά επειγόντως μια άλλη σχέση ως πηγή φροντίδας και υποστήριξης όταν τελειώνει μια σχέση.

• Ασχολείται με επίμονο και μη ρεαλιστικό τρόπο με φόβους ότι θα εγκαταλειφθεί και θα χρειαστεί να φροντίζει τον εαυτό του.

Κλινική Εικόνα

Τα άτομα με Εξαρτητική Διαταραχή είναι συνήθως υποβόλιμαιο στη βούληση των άλλων, στην λανθασμένη προσπάθεια του να εξαγάγει μια υπόσχεση περίθαλψης και προστασίας από εκείνους. Μοιάζει μη ικανό να αντιμετωπίσει την καθημερινή ζωή από μόνο του.

Ταυτόχρονα, διακατέχεται από φόβο ότι η επίδειξη ικανότητας θα το οδηγήσει σε απόρριψη και εγκατάλειψη. Ζητά συμβουλές και διαβεβαιώσεις ακόμα και για πολύ «μικρά» πράγματα. Δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και αφήνει τους άλλους να αναλάβουν την ευθύνη για τη ζωή του – για παράδειγμα, ακόμα και το που να ζήσει και ποιες θέσεις εργασίας θα πρέπει να αναλάβει. Το Εξαρτητικό άτομο φοβάται έντονα την αποδοκιμασία, και βιώνει υπερβολικά δυσάρεστα την οποιαδήποτε κριτική. Είναι δύσκολο να διαφωνήσει, να απορρίψει αιτήματα, ειδικά όταν προέρχονται από άτομα από τα οποία εξαρτάται. Επιτρέπει στον εαυτό του να δέχεται εκφοβισμό και αποφεύγει να εκφράσει ακόμη και την δικαιολογημένη οργή του, από τον φόβο της αποξενώσης τους άλλους. Προκειμένου να αποκτήσει την υποστήριξη που πιστεύει ότι χρειάζεται, μπορεί να προσφερθεί εθελοντικά να φέρει εις πέρας δυσάρεστα καθήκοντα, να εκπληρώσει παράλογες απαιτήσεις και να υποστεί λεκτική, σωματική, ακόμα και σεξουαλική κακοποίηση.

Ο Εξαρτητικός εμφανίζει άγχος αποχωρισμού επειδή αισθάνεται εγκαταλελειμμένος όταν δεν είναι «παρόντες» εκείνοι στους οποίους βασίζεται. Είναι πιθανό να εμφανίσει κοινωνική φοβία επειδή δεν του αρέσει να εγκαταλείπει τους οικείους ανθρώπους και τα περίχωρα του. Μπορεί να χρησιμοποιεί τα σωματικά του συμπτώματα σαν τρόπο για να λάβει συμπάθεια, προστασία και φροντίδα. Σίγουρα, όλοι μας αισθανόμαστε κάποια δυσφορία όταν δεν λαμβάνουμε την υποστήριξη που πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε, όταν χάνουμε μία στενή σχέση ή όταν πρέπει να αναλάβουμε ευθύνες για τις οποίες νιώθουμε απροετοίμαστοι. Ωστόσο, ο κίνδυνος κατάθλιψης είναι πολύ μεγαλύτερος στο άτομο με Εξαρτητική Διαταραχή, ειδικά εάν δεν διαθέτει τις κοινωνικές δεξιότητες που απαιτούνται για την διατήρηση σχέσεων με τους άλλους.

Αιτίες

Από την παιδική ηλικία το Εξαρτητικό άτομο εμφανίζει την ανάγκη για προσοχή και παράλληλα τον φόβο για ο,τιδήποτε καινούριο. Στο οικογενειακό περιβάλλον του, παρουσιάζεται υψηλό ποσοστό διαταραχών άγχους και φοβιών, καθώς και της Αποφευκτικής Διαταραχής Προσωπικότητας. Όμως, όπως συχνά αναφέρεται, τα γονίδια, από μόνα τους, δεν αποτελούν πεπρωμένο. Αυτό που μετατρέπει ένα ιδιοσυγκρασιακά ντροπαλό ή φοβισμένο παιδί σε έναν ενήλικα με διαταραχή προσωπικότητας δεν είναι τόσο απόλυτα ξεκάθαρο και σαφές.

Ψυχοδυναμική Προσέγγιση

Οι Ψυχοδυναμικοί θεωρητικοί πιστεύουν ότι οι ασυνείδητες συναισθηματικές συγκρούσεις – εμπειρίες και συναισθήματα – και οι ασυνείδητες άμυνες που φτιάχνουμε εναντίον τους, διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Διαταραχές προσωπικότητας θεωρείται ότι προκύπτουν εάν, για παράδειγμα, τα προβλήματα στις πρώιμες σχέσεις οδηγούν ένα άτομο να αναπτύξει άμυνες που δεν είναι αποτελεσματικές, προσαρμοστικές ή χρήσιμες. Συγκεκριμένα, ο Εξαρτητικός υπερασπίζεται τον εαυτό του απέναντι στην ασυνείδητη εχθρότητα που βιώνει. Έχει ανάγκη να αποφύγει το συναίσθημα, το οποίο αρχικά στρέφει εναντίον των «ανυπόφορων» γονέων του, γι’αυτό και τελικά γίνεται «υποτακτικός» στους άλλους, ως τρόπο να αποφύγει να δείξει ή και να αναγνωρίσει τον θυμό του.

Η ψυχοδυναμική κατανόηση των διαταραχών της προσωπικότητας έχει επηρεαστεί από τη θεωρία αντικειμενότροπων* σχέσεων, η οποία δίνει έμφαση στη δύναμη των εσωτερικευμένων εικόνων των ανθρώπων που είναι σημαντικοί για εμάς, ιδιαίτερα των γονέων. Επίσης, επηρεάζεται από τη θεωρία της Προσκόλλησης, τη βιολογική ανάγκη για φροντίδα και στήριξη που είναι απαραίτητη στη σχέση των γονέων και των μικρών παιδιών. Η καθιέρωση υγιών δεσμών προσκόλλησης και η διατήρηση εσωτερικευμένων εικόνων, αξιόπιστων πρώτων φροντιστών, παρέχουν μια στέρεη βάση από την οποία μπορεί το παιδί να εξερευνήσει τον κόσμο και να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ της ανεξαρτησίας και της εγγύτητας με άλλους. Εάν οι γονείς δεν ανταποκρίνονται, δεν είναι συνεπείς, ή είναι κακοποιητικοί, το παιδί μπορεί να γίνει φοβικό ή να αναπτύξει ανασφαλή δεσμό προσκόλλησης, τον οποίο εσωτερικεύει ως πρότυπο και τον υιοθετεί σε μεταγενέστερες σχέσεις του. Έμφανιζει επίσης δυσκολία χαλάρωσης ή ηρεμίας όταν είναι απογοητευμένο, θυμωμένο ή ανήσυχο. Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου ανάπτυξης είναι η Εξαρτητική Διαταραχή Προσωπικότητας.

Συμπεριφορικές – Γνωσιακές Θεωρίες

Σύμφωνα με τη θεωρία της συμπεριφοράς και της κοινωνικής μάθησης, το παιδί αναπτύσσει τις συνήθειες που συνθέτουν μια προσωπικότητα, μέσα από δύο είδη μάθησης: την προετοιμασία (αυτόματες συσχετίσεις) και την ενίσχυση (ανταμοιβή και τιμωρία). Σε αυτό το μοντέλο, ένα παιδί που ανταμείβεται επειδή έχει υπερβολικές απαιτήσεις για φροντίδα, μπορεί να αναπτύξει μια εξαρτητική προσωπικότητα. Εάν οι γονείς είναι ασυνεπείς, το παιδί μαθαίνει ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη ζωή του. Ένα παιδί που δεν έχει ποτέ ανταμειφθεί για μία «ανεξάρτητη» δράση του, μπορεί να αποφύγει την δράση γενικά, ακόμη και όταν εκείνη θα αποτιμάται θετικά, επειδή το πρώιμο μάθημα που πήρε, ήταν διαφορετικό.

Η γνωσιακή προσέγγιση θεωρεί την εξάρτηση ως αποτέλεσμα του τρόπου σκέψης των ανθρώπων για τον εαυτό τους και τους άλλους. Ο Εξαρτητικός θεωρεί ότι είναι ανίσχυρος σε σχέση με τους άλλους, τους οποίους θεωρεί ισχυρούς και ικανούς. Οι γονείς και οι πρώτοι φροντιστές, συμβάλλουν σε αυτό με το να καλλιεργούν ένα τέτοιο «είδος σκέψης», μεταφέροντας στα παιδί με έμμεσο τρόπο ότι θα εγκαταλειφθεί και θα μείνει μόνο εάν δεν υποταχθεί.

Πιθανώς η Εξαρτητική Διαταραχή να ξεκινά με μία ήπια και φοβισμένη ιδιοσυγκρασία του παιδιού, η οποία προκαλεί προστατευτικά συναισθήματα από τους γονείς. Οι αγχωτικοί και υπερπροστατευτικοί γονείς που αποθαρρύνουν την ανεξαρτησία, ή ένας αδελφός ή συγγενικό πρόσωπο που εκφοβίζει, ενισχύει αυτή την τάση του παιδιού. Συνεχώς προστατευμένο, το υποτακτικό παιδί γίνεται ακόμα πιο παθητικό, έχοντας συμπεριφορές που καθιστούν τη στάση του, δύσκολη στο να αλλάξει. Στη συνέχεια, αυτό εμφανίζεται επανειλημμένα και στις υπόλοιπες σχέσεις του παιδιού, αλλά και στην ενήλικη ζωή του αργότερα.

Διαφοροδιάγνωση

Η εξαρτητικότητα είναι χαρακτηριστικό πολλών Διαταραχών Προσωπικότητας όπως της Οριακής, της Οιστριονικής αλλά και άλλων ψυχικών διαταραχών, γι’αυτό και συχνά συγχέονται μεταξύ τους.

Πιο συγκεκριμένα:

Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας

Και στην Εξαρτητική αλλά και στην Οριακή Διαταραχή είναι έντονος ο φόβος της εγκατάλειψης. Ωστόσο, στην Οριακή Διαταραχή το άτομο εμφανίζει συναισθηματική αστάθεια και παρορμητική συμπεριφορά.

Οιστριονική (Δραματική) Διαταραχή Προσωπικότητας

Τόσο ο Δραματικός όσο και Εξαρτητικός έχουν έντονη ανάγκη για επιδοκιμασία, συμπαράσταση, προσοχή και αποδοχή. Αυτό που διαφοροποιεί τις δύο διαταραχές είναι το γεγονός ότι ο Δραματικός διακατέχεται από υπερβολική έκφραση συναισθημάτων καθώς και έντονη ανάγκη προσωπικής προβολής. Αντίθετα, ο Εξαρτητικός έχει την τάση να είναι περισσότερο σεμνός, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους άλλους ή να προβάλλει τον εαυτό του με οποιοδήποτε τρόπο.

Αποφευκτική Διαταραχή Προσωπικότητας

Και στις δύο διαταραχές είναι χαρακτηριστικός ο φόβος της απόρριψης. Ωστόσο στην Αποφευκτική Διαταραχή παρατηρούνται και αισθήματα ανεπάρκειας και υπερευαισθησίας στην κριτική των άλλων.

Αντιμετώπιση

Το άτομο με Εξαρτητική Διαταραχή συνήθως αναζητά θεραπεία όταν χάσει μία στενή σχέση ή όταν βρεθεί υποχρεωμένο να αναλάβει ευθύνες. Οι πιο κοινές προσεγγίσεις στη θεραπεία είναι η Ψυχοδυναμική και η Συμπεριφορική.

Στην Ψυχοδυναμική θεραπεία, ο θεραπευόμενος διερευνά παρελθούσες σχέσεις που προωθούν την εξαρτητική του συμπεριφορά και μαθαίνει πώς αυτές αντικατοπτρίζονται στις εσωτερικευμένες εικόνες των ίδιων και των άλλων, αλλά και στη σχέση με τον θεραπευτή του.

Οι Γνωσιακοί θεραπευτές, αμφισβητούν την σκέψη του θεραπευόμενου, εκθέτοντας και διορθώνοντας μη ρεαλιστικές κρίσεις που βασίζονται σε ψευδείς πεποιθήσεις. Τονίζουν ότι το αντίθετο της υποβολής δεν είναι ο έλεγχος των άλλων, αλλά η ανεξαρτησία και η εμπιστοσύνη. Εξετάζουν και αμφισβητούν τους εσωτερικούς μονόλογους και τις σκέψεις του θεραπευόμενου περί αδυναμίας.

Στην Συμπεριφορική Θεραπεία ο θεραπευτής προσπαθεί να αλλάξει τις σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος και τα κίνητρα που προωθούν την εμμονική αναζήτηση φροντίδας. Προσδιορίζει χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος του θεραπευόμενου που φαίνεται να επιβραβεύουν την ανικανότητα του, και προσπαθεί να του παράσχει τις ικανότητες που απαιτούνται για να αντιμετωπίσει με άλλους τρόπους αυτό που θέλει φέρει εις πέρας. Το παιχνίδι ρόλων και η «εργασία στο σπίτι» μπορούν να βοηθήσουν, μαζί με την «επιδιόρθωση» η οποία συντελείται στην σχέση του θεραπευόμενου με τον θεραπευτή .

Ο Εξαρτητικός, είναι βοηθητικό να επιβραβευθεί στη θεραπεία όταν είναι «ανοικτός» για να συζητήσει τα προβλήματά του. Συνήθως είναι ευσυνείδητος και συνεργάσιμος, δεν χάνει συνεδρία και σπάνια διακόπτει την θεραπεία του πρόωρα. Επειδή επιθυμεί να ευχαριστεί μία φιγούρα εξουσίας (τον θεραπευτήεν προκειμένω), ανταποκρίνεται καλά στην θεραπευτική διαδικασία και μπορεί να επιβεβαιώσει τις αισιόδοξες προσδοκίες του θεραπευτή. Σαφώς, υπάρχουν και εμπόδια στη θεραπεία του ατόμου με Εξαρτητική Διαταραχή. Μπορεί να είναι παθητικό και να έχει μη ρεαλιστικές απαιτήσεις. Μοιάζει να μην μπορεί ποτέ να λάβει αρκετή υποστήριξη ή διαβεβαίωση. Η δυνατότητα υποβολής προτάσεων και ο σεβασμός της αρχής μπορεί επίσης να δημιουργήσει προβλήματα. Ο θεραπευτής χρειάζεται να αποφύγει τον πειρασμό να γίνει αυθεντία και να κατευθύνει τον θεραπευόμενο στο πώς θα κινηθεί και τι θα κάνει ακριβώς στη τη ζωή του. Είναι επίσης σημαντικό να τεθούν σαφή όρια για να αποφευχθεί η συμμετοχή στη ζωή του ασθενούς, που θα μπορούσε να εμποδίσει τη συναισθηματική του ανάπτυξη. Στην πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας, η μείωση της συχνότητας των συναντήσεων με την πάροδο του χρόνου μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να γίνει πιο ανεξάρτητος.

Οι άνθρωποι σπάνια έρχονται σε έναν ψυχοθεραπευτή για να μεταμορφώσουν ή να αλλάξουν τον χαρακτήρα τους. Επιθυμούν ως επί το πλείστον λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα της ζωή και της καθημερινότητας τους. Το να έχουμε μια «φυσιολογική» εξάρτηση είναι αναμενόμενο. Όλοι γεννιόμαστε εντελώς εξαρτημένοι από τους άλλους και η ανθρώπινη αλληλεξάρτηση συνεχίζεται σε όλη την διάρκεια της ζωής μας. Οι στενοί δεσμοί με τους άλλους μας κάνουν να νιώθουμε πιο ασφαλείς και να θέλουμε να μοιραστούμε την εμπειρία και την καθημερινότητα μας. Όμως, το άτομο με έντονα εξαρτητικά γνωρίσματα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων και θέλει να αποδίδει καλά, μόνο για να τους ευχαριστεί. Μπορεί να οδηγηθεί σε καλύτερη ζωή, εάν βοηθηθεί στο να καλλιεργήσει τις κοινωνικές δεξιότητες και την ικανότητα να επιδεικνύει την ανάγκη καθοδήγησης και προστασίας του, με κατάλληλους και όχι καταναγκαστικούς και υποτακτικούς τρόπους. Ένας θεραπευτής μπορεί να το βοηθήσει, ώστε η διαταραχή της προσωπικότητας να γίνει ένας τύπος προσωπικότητας – ευγενικός, ευχάριστος, στοχαστικός, με αντοχή στη μοναχικότητα, και σεβόμενος τις απόψεις των άλλων, έστω και προτιμώντας τελικά έναν «ρόλο» ζωής συνεργάτη και όχι απαραίτητα ηγέτη.

*Αντικειμενότροπες Σχέσεις: Η συγκεκριμένη θεωρία έρχεται να τονίσει τον σημαντικό ρόλο που παίζει η πρώτη σχέση μεταξύ μητέρας – βρέφους στην ανάπτυξη της ταυτότητας του παιδιού και της ψυχικής του δομής.

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

Bornstein RF. The Dependent Personality: Developmental, Social, and Clinical Perspectives, Psychological Bulletin (July 1992): Vol. 112, No. 1, pp. 3–23.

Leising D, et al. Characteristic Interpersonal Behavior in Dependent and Avoidant Personality Disorder Can Be Observed within Very Short Interaction Sequences, Journal of Personality Disorders (August 2006): Vol. 20, No. 4, pp. 319–30.

Tyrer P, et al. The Dependent Personality Questionnaire: A Screening Instrument for Dependent Personality,International Journal of Social Psychiatry (March 2004): Vol. 50, No. 1, pp. 10–17

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Αποφευκτική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Αποφευκτική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Κανένας μας δεν απολαμβάνει την κριτική, την απόρριψη, την αμηχανία ή τη ντροπή, που προκαλούν οι καταστάσεις κοινωνικής έκθεσης, αλλά ορισμένοι άνθρωποι περνούν όλη τους τη ζωή αποφεύγοντας αυτές τις καταστάσεις.
Με την αποφυγή, οδηγούμαστε σε μια σειρά συμπεριφορών, οι οποίες επιτρέπουν να απομακρυνθούμε από οποιοδήποτε επώδυνο ή δυσφορικο γεγονός.
Είναι όμως πολύ σημαντικό, να είμαστε σε θέση να διαχωρίσουμε τις περιπτώσεις όπου η αποφυγή μίας κατάστασης είναι όντως βοηθητική, από τις περιπτώσεις εκείνες που λειτουργεί εις βάρος μας, με το να μας απομόνωνει και να μας απομακρύνει από συνθήκες και καταστάσεις, στις οποίες ουσιαστικά θα επιθυμούσαμε να εμπλακούμε!
Ένα άτομο με υπερευαισθησία στην απόρριψη και την κριτική, το οποίο εμφανίζει συνεχή αισθήματα ανεπάρκειας και συνεχώς αποφεύγει να συγχρωτιστεί με τους άλλους, είναι πιθανόν να έχει Αποφευκτική Διαταραχή Προσωπικότητας!

Αποφευκτική Διαταραχή της Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Αποφευκτική Διαταραχή είναι διάχυτο το πρότυπο της κοινωνικής αναστολής, των συναισθημάτων ανεπάρκειας και υπερευαισθησίας στην αρνητική αξιολόγηση, με έναρξη στην πρώιμη ενήλικη ζωή του ατόμου και παρουσία ποικίλων πλαισίων. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με Αποφευκτική Διαταραχή, χρειάζεται να εμφανίζει ορισμένα από τα εξής ακόλουθα συμπτώματα:

Αποφεύγει επαγγελματικές δραστηριότητες που περιλαμβάνουν σημαντική διαπροσωπική επαφή, εξαιτίας φόβων κριτικής, αποδοκιμασίας ή απόρριψης.

• Είναι απρόθυμο να συσχετιστεί με ανθρώπους, εκτός αν έχει τη βεβαιότητα ότι θα γίνει αρεστό.

• Δείχνει να περιορίζει τις στενές φιλίες εξαιτίας του φόβου ότι θα ντροπιαστεί ή θα γελοιοποιηθεί.

• Έντονη ενασχόληση με το ότι θα υποστεί κριτική ή απόρριψη σε κοινωνικές καταστάσεις.

• Είναι ανεσταλμένο σε νέες διαπροσωπικές καταστάσεις εξαιτίας αισθημάτων ανεπάρκειας.

Θεωρεί τον εαυτό του κοινωνικά ανόητο, προσωπικά μη ελκυστικό, και κατώτερο από τους άλλους.

• Είναι ασυνήθιστα απρόθυμο να διακινδυνεύσει προσωπικά ή να συμμετάσχει σε νέες δραστηριότητες, επειδή είναι δυνατόν να φανερώσουν την αμηχανία του.

Κλινική Εικόνα

Το άτομο με Αποφευκτική Διαταραχή επιθυμεί την σύναψη στενών και βαθύτερων σχέσεων, όπως και την κοινωνική συναναστροφή, όμως εξαιτίας του έντονου φόβου ότι θα πληγωθεί και θα απογοητευθεί, θα απορριφθεί και θα αποτύχει, αποφεύγει τελικά την έκθεση και τις επαφές με τους άλλους. Ο Αποφευκτικός αισθάνεται ανεπαρκής και ανίκανος να ανταπεξέλθει επιτυχώς στον κοινωνικό και τομέα. Θεωρεί ότι οι γύρω του δεν βρίσκουν ενδιαφέρον σε αυτόν, έτσι ώστε να τον συναναστραφούν. Τους βιώνει ως επικριτικούς και υποτιμητικούς. Φοβάται ότι σχετιζόμενος με τους άλλους, εκείνοι θα ανακαλύψουν την ανεπάρκεια του, θα τον απορρίψουν και τελικά δεν θα μπορέσει να αντέξει το δυσάρεστο συναίσθημα με το οποίο θα έρθει αντιμέτωπος. Αισθάνεται έντονο άγχος και θλίψη, για την δυσκολία να απολαύσει τις σχέσεις με τους γύρω του, και παράλληλα για την έλλειψη αυτοπεποίθησης στο να δοκιμάσει να τους συναναστραφεί. Το άτομο με Αποφευκτική Διαταραχή εμφανίζει χαμηλό επίπεδο ανοχής στην δυσφορία και στις δύσκολες καταστάσεις, γεγονός που το αποτρέπει από το να βρει τρόπους να ξεπεράσει την ντροπή και την έλλειψη διεκδικητικότητας. Η προσοχή του εστιάζεται στο να παρατηρεί τον εαυτό του και την συμπεριφορά του. Αν και είναι υπερευαίσθητο στα δυσάρεστα συναισθήματα, αποφεύγει να αναγνωρίσει τις αρνητικές και κάποιες φορές παραποιημένες σκέψεις που του προκαλούν αυτά τα συναισθήματα.

Ο Αποφευκτικός αποφεύγει να έρθει σε επαφή με άτομα τα οποία δεν γνωρίζει καλά και δεν νιώθει ότι είναι σίγουρα αποδεκτός από εκείνους. Νιώθει ανεπιθύμητος σε κοινωνικές εκδηλώσεις και αυτό εξαιτίας της δυσκολίας να ανεχτεί την κριτική, ακόμη και το παραμικρό σχόλιο, μία διαπίστωση ή ένα πείραγμα, το οποίο τελικά το αντιλαμβάνεται ως κακοπροαίρετο και ως απόρριψη. Η χαμηλή αυτοπεποίθηση του πολλές φορές τον οδηγεί στην απομόνωση. Όταν βρίσκεται σε μία κοινωνική εκδήλωση αποφεύγει να μιλήσει από φόβο μήπως πει κάτι λάθος, ή μήπως με κάποιο άλλο τρόπο ντροπιαστεί. Σπαταλά πολύ χρόνο και σκέψη στο να εντοπίσει στους γύρω του σημάδια αποδοχής ή απόρριψης. Ο Αποφευκτικός δυσκολεύεται να κάνει φιλίες, εκτός και αν είναι σίγουρο ότι έχει την συμπάθεια και την αποδοχή εκ των προτέρων. Είναι κάτι περισσότερο από το να είναι κανείς ντροπαλός και να αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες σχετικά με την κοινωνική συναναστροφή. Στις προσωπικές του σχέσεις, συχνά φοβάται να μοιραστεί προσωπικές πληροφορίες ή να μιλήσει για τα συναισθήματα του, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να διατηρήσει στενές διαπροσωπικές σχέσεις ουσίας. Θεωρεί ότι είναι καλύτερο να αποφεύγει πιθανές δυσάρεστες για τον ίδιο καταστάσεις κατά τις οποίες μπορεί να αξιολογηθεί. Αποφεύγει να αναλάβει καινούριες πρωτοβουλίες και συχνά αναζητά ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο δεν υπάρχει ιδιαίτερη αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους. Δεν ρισκάρει με το φόβο μήπως εκτεθεί, ή απορριφθεί και μήπως τελικά δεν μπορέσει να διαχειριστεί το πως θα αισθανθεί. Κάθε αποφυγή, αν και αρχικά βοηθά το άτομο να νιώσει καλύτερα και να μην βιώσει την καταστροφή που φοβάται ότι θα συμβεί, έχει τελικά ως αποτέλεσμα να του επιβεβαιώσει την λανθασμένη αντίληψη της αυτοαμφισβήτησης. Νιώθει κοινωνικά μη ικανό, μη επιθυμητό, συμπεράσματα που έχουν ως συνέπεια την πλήρη αποξένωση αυτοαπομόνωση του.

Αιτίες

Αν και έχει παρατηρηθεί οικογενειακή προδιάθεση στην εμφάνιση της Αποφευκτικής Διαταραχής, η κληρονομικότητα από μόνη της δεν αρκεί. Συχνά, κατά την παιδική ηλικία, χρειάζεται να υπάρχει κάτι που αμφισβητεί την αίσθηση της αξίας του εαυτού του παιδιού. Για παράδειγμα, μία επικριτική γονική φιγούρα ή ένα επικριτικό περιβάλλον. Συνήθως, η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη σε παιδιά που έχουν κάποια σωματική διαφοροποίηση, χρόνια ασθένεια ή αποκλίνουν από τον μέσο όρο σε διάφορους τομείς. Έτσι το παιδί ενδοβάλλει την επικριτική άποψη των άλλων και τελικά την ενστερνίζεται: «εφόσον εκείνοι πιστεύουν ότι είμαι ανίκανος, μάλλον είμαι».

Σύμφωνα με έρευνες τα παιδιά που υστερούν φροντίδας, ενθάρρυνσης, και βιώνουν απόρριψη, παραμέληση και κακοποίηση από τους πρώτους φροντιστές τους, είναι πιθανόν να εμφανίσουν την διαταραχή. Ως «απάντηση» σε αυτές τις συνθήκες τα παιδιά αποφεύγουν την κοινωνικοποίηση, ουσιαστικά σαν στρατηγική επιβίωσης. Επομένως, το παιδί δομεί την προσωπικότητα του, χωρίς πίστη στον εαυτό, με αποτέλεσμα να γίνεται ένας ενήλικας χωρίς αυτοεκτίμηση.

Διαφοροδιάγνωση

Η Αποφευκτική Διαταραχή συχνά συγχέεται με την Σχιζοειδή*, λόγω της ομοιότητας ορισμένων συμπτωμάτων τους. Αν και το άτομο μοιάζει εξίσου συναισθηματικά περιορισμένο και στις δύο περιπτώσεις, στην Αποφευκτική βιώνει τη μοναξιά με δυσφορία και έχει πλουσιότερο ιστορικό αντικειμενότροπων* σχέσεων στο παρελθόν. Επιπλέον, δεν επιδίδεται σε τόσο πολλές «αυτιστικές» ονειροπολήσεις. Ειδοποιό διαφορά, αποτελεί το ότι ο Σχιζοειδής αδιαφορεί για την αλληλεπίδραση με τους άλλους, σε αντίθεση με τον Αποφευκτικό ο οποίος την επιθυμεί, όμως την αποφεύγει λόγω του φόβου απόρριψης και κριτικής.

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η πεποίθηση ότι η Αποφευκτική Διαταραχή εμφανιζόταν πάντα σε συσχέτιση με την διαταραχή Κοινωνικού Άγχους*. Σύμφωνα με έρευνες αυτό έχει πλέον ανατραπεί, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό των άτομο με Αποφευκτική Διαταραχή δεν πληρεί τα κριτήρια και για την Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους. Συνήθως είναι δύσκολη η διαφοροποιήση των δυο διαταραχών, όμως το άτομο με Αποφευκτική Διαταραχή αισθάνεται φόβο, άγχος και απόσυρση σε όλους τους τομείς και τις περιστάσεις της ζωής του. Αντιθέτως το άτομο με Κοινωνικό Άγχος αισθάνεται άγχος και φόβο σε συγκεκριμένες περίπτωσεις, όπως το να μιλήσει δημόσια μπροστά σε μεγάλο κοινό και ακροατήριο ή να εκτεθεί σε κοινή θέα κλπ. Σε αντίθεση με το άτομο με Κοινωνικό Άγχος, το άτομο με Αποφευκτική Διαταραχή, έχει συμπτώματα που προηγούνται ή συνυπάρχουν με την διαταραχή όπως κατάθλιψη και ψυχαναγκασμούς, είναι επιρρεπές σε καταχρήσεις, εθισμόυς κλπ.

Αντιμετώπιση

Ο Αποφευκτικός χρειάζεται να δημιουργήσει δυνατές σχέσεις, «χτίζοντας» την αυτοπεποίθηση του, και παράλληλα μειώνοντας την δυσφορία που αισθάνεται στις κοινωνικές συναναστροφές του. Μέσα από την κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση, μπορεί να αναδομήσει τον αρνητικό τρόπο σκέψης του και να αποκτήσει περισσότερες κοινωνικές δεξιότητες.

Εξαιρετικά βοηθητική είναι η ομαδική ψυχοθεραπεία με ομοιοπαθείς, η οποία παρέχει έναν ασφαλή χώρο για να δημιουργηθούν στέρεες σχέσεις. Το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον είναι επίσης καθοριστικό, ώστε να στηρίξει συναισθηματικά το άτομο, αλλά και να το ωθήσει, παρακινώντας το, να εμπλακεί σε κοινωνικές περιστάσεις και νέες εμπειρίες.

*Σχιζοειδής: Στη Σχιζοειδή Διαταραχή Προσωπικότητας το άτομο διακατέχεται από ένα πρότυπο απόσπασης από κοινωνικές σχέσεις και περιορισμένο εύρος έκφρασης συγκινήσεων σε διαπροσωπικές σχέσεις.

*Αντικειμενότροπες Σχέσεις: Η συγκεκριμένη θεωρία έρχεται να τονίσει τον σημαντικό ρόλο που παίζει η πρώτη σχέση μεταξύ μητέρας – βρέφους στην ανάπτυξη της ταυτότητας του παιδιού και της ψυχικής του δομής.

*Κοινωνικό Άγχος: Το κοινωνικό άγχος αποτελεί έναν έντονο φόβο για μία ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις στις οποίες το άτομο εκτίθεται σε πιθανό εξονυχιστικό έλεγχο από μέρους των άλλων (καταστάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης, καταστάσεις που το άτομο γίνεται αντικείμενο παρατήρησης ή που χρειάζεται να επιτελέσει κάτι δημόσια).

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

Avoidant personality disorder (AVPD), Merck Manual, May 2018.

Reich, James (2009), Avoidant personality disorder and its relationship to social phobia», Current Psychiatry Reports 11 (1): 89–93.

Lampe, L. & Malhi, G. S. (2018), Avoidant personality disorder: Current insights,

Psychology Research and Behavior Management.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Ναρκισσιστική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Ναρκισσιστική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Ναρκισσιστική Διαταραχή της Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Ναρκισσιστική Διαταραχή το άτομο παρουσιάζει ένα διάχυτο πρότυπο μεγαλείου (στη φαντασία ή τη συμπεριφορά), ανάγκης για θαυμασμό και έλλειψης ενσυναίσθησης, με έναρξη στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με Ναρκισσιστική Διαταραχή χρειάζεται να εμφανίζει τα εξής ακόλουθα συμπτώματα:

• Διαθέτει μεγαλειώδη αίσθηση του εαυτού (π.χ. μεγαλοποιεί τα επιτεύγματα και τα ταλέντα, προσδοκά να αναγνωριστεί ως ανώτερος χωρίς ανάλογα επιτεύγματα).

• Ενασχόληση με φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, ευφυΐας, ομορφιάς ή ιδανικής αγάπης.

•Πιστεύει ότι είναι εξαιρετικός και μοναδικός άνθρωπος και μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο από, ή θα πρέπει να σχετιστεί με, άλλους εξαιρετικούς ή υψηλού επιπέδου ανθρώπους (ή οργανισμούς).

Απαιτεί υπερβολικό θαυμασμό.

• Έχει αίσθηση κατοχής ιδιαίτερων διακαιωμάτων (δηλαδή αδικαιολόγητες προσδοκίες εξαιρετικά ευνοϊκής αντιμετώπισης ή αυτόματης συμμόρφωσης με τις προσδοκίες του).

Διαπροσωπική εκμετάλλευση (δηλαδή εκμεταλλεύεται τους άλλους για να επιτύχει τους δικούς του σκοπούς).

Έλλειψη ενσυναίσθησης: είναι απρόθυμο να αναγνωρίσει ή να ταυτιστεί με τα αισθήματα και τις ανάγκες των άλλων.

• Είναι συχνά ζηλόφθονο με τους άλλους ή πιστεύει ότι οι άλλοι είναι ζηλόφθονοι μαζί του.

• Έχει αλαζονικές, υπεροπτικές συμπεριφορές ή στάσεις.

Κλινική Εικόνα

Το άτομο με Ναρκισσιστική Διαταραχή εμφανίζει ένα υπερεκτιμημένο εγώ και διαθέτει αξιακό σύστημα με έμφαση στην κοινωνική προβολή. Οι πεποιθήσεις του είναι άκαμπτες και είναι υπερευαίσθητο στις μεταβολές και τις αλλαγές. Παρουσιάζει διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις καθώς αξιώνει ιδιαίτερη μεταχείριση, ανάγκη για θαυμασμό και είναι συνήθως ανάλγητο. Ο Νάρκισσος είναι συνήθως φιλόδοξος, με «φαινομενικά» μεγάλη αυτοπεποίθηση, αλλά ουσιαστικά τόσο εύθραυστη. Τείνει να υποτιμά τους άλλους και να ισχυρίζεται ότι οι γύρω του τον φθονούν. Όσον αφορά τα επαγγελματικά του, συνήθως η απόδοση και η επίδοση του είναι χαμηλή επειδή παρουσιάζει μικρή ανεκτικότητα στην κριτική και στην αποτυχία.

Εμφανίζεται αλαζονικός, άπληστος, εγωκεντρικός και αρκετά αγενής. Θυμώνει όταν δεν τον εξυπηρετούν και όταν δεν χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης και προνομίων. Σε ακραίες περιπτώσεις ναρκισσισμού χρησιμοποιεί κακοήθεις χειριστικές συμπεριφορές, με σκληρότητα και αναλγησία για να επιτύχει το σκοπό του.

Το άτομο με Ναρκισσιστική Διαταραχή τείνει να σχετίζεται με τους άλλους με βάση το ποσό χρήσιμοι του είναι και ποσό μπορεί να εξυπηρετηθεί από εκείνους. Στις συντροφικές του σχέσεις δεν επιλέγει τον άλλο με βάση την αγάπη, αλλά κυρίως με το τι μπορεί να πάρει από εκείνους, και ποσό το επιβεβαιώνουν, ενισχύοντας την εικόνα του. Η επιλογή συντρόφου προϋποθέτει την μοναδικότητα και εξέχουσα θέση του, έτσι ώστε και ο ίδιος να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής.

Αιτίες

Σύμφωνα με την McWilliams (1994) «μέσα σε κάθε αισιόδοξο μεγαλομανή νάρκισσο κρύβεται ένα ντροπαλό παιδί που συνεχώς παρατηρεί τον εαυτό του και σε κάθε καταθλιπτικό και αυτομεμφόμενο νάρκισσο καραδοκεί ένα μεγαλειώδες ομοίωμα αυτού του ατόμου που θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι». Η Ναρκισσιστική Διαταραχή, όπως και οι περισσότερες διαταραχές προσωπικότητας, οφείλεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων: βιολογικούς, της αλληλεπίδρασης με τους πρώτους φροντιστές της παιδικής ηλικίας, και ψυχολογικούς παράγοντες που αφορούν την ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου.

Ψυχαναλυτική Προσέγγιση

Σύμφωνα με τον Freud, ο Ναρκισσισμός αποτελεί έκφραση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης, με κύρια χαρακτηριστικά τη μεγαλομανία και την έλλειψη ενδιαφέροντος για τον εξωτερικό κόσμο. Ο ίδιος ο Freud επεσήμανε: «ο ισχυρός εγωισμός είναι προστασία για να μην αρρωστήσουν, όμως τελικά θα αρρωστήσουν, αν δεν καταφέρουν να αγαπήσουν». Έτσι, ένας Νάρκισσος βιώνει μία ερωτική σχέση, στην οποία αντικείμενο του έρωτα είναι ο ίδιος εαυτός του αποκλείοντας όλα τα ερωτικά αντικείμενα.

Σχέση παιδιού-γονέων στη συμβολή για την ανάπτυξη της Ναρκισσιστικής Διαταραχής

Από την ηλικία των 6 μηνών έως και το πρώτο έτος της ζωής του βρέφους, σημειώνονται οι πρώτες διεργασίες που αφορούν το ναρκισσισμό. Σε αυτό το ηλικιακό σημείο το βρέφος μαθαίνει να αποχωρίζεται την μητέρα, και να θέτει τα όρια του εαυτού του σαν ξεχωριστή οντότητα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες δηλαδή, περνάει σε μια διαδικασία εξατομίκευσης. Ο ναρκισσισμός αναπτύσσεται στις περιπτώσεις όπου η διαδικασία αυτή αποτυγχάνει.

Όταν οι γονείς ή οι κύριοι φροντιστές του παιδιού, δεν του εκδηλώνουν την απαιτούμενη σημασία και υποστήριξη στα πρωταρχικά επιτεύγματα και κατορθώματα του, τότε εκείνο υφίσταται ναρκισσιστικό πλήγμα. Στην φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη αναμένεται ο γονέας να χαρεί και να αναδείξει την πρόοδο και την εξέλιξη του παιδιού του, ώστε να ενταχθεί αυτό μετέπειτα, με ομαλό τρόπο στο οικογενειακό και κοινωνικό σύνολο. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις, όπου ο γονέας παρουσιάζεται επικριτικός και υποτιμητικός, με αποτέλεσμα να μην ενισχύει το παιδί στο να προχωρήσει και να εξελιχθεί σαν χαρακτήρας. Έτσι, δεν το βοηθά να επιδιορθώσει τις όποιες αδυναμίες του, αλλά αντιθέτως τις εκθέτει με τρόπο ντροπιαστικό για το ίδιο το παιδί. Μοιάζει να απειλείται ο ίδιος, πιθανώς λόγω δικών του ανασφαλειών. Ένας γονέας χρειάζεται να είναι συμπαραστάτης στις επιτυχίες και εξίσου στις αποτυχίες, δίπλα στο παιδί, δίνοντας του να καταλάβει την ευαλωτότητα της ανθρώπινης φύσης. Ενισχύοντας τις επιτυχίες αλλά και εμπεριέχοντας τις αδυναμίες, το βοηθά να συνειδητοποιήσει πως ένα λάθος δεν συνιστά μια αποτυχημένη ζωή, αλλά μια αποτυχημένη στιγμή. Το παιδί σε αυτή την ηλικία έως και τα 2 έτη, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στην κριτική, επομένως ένας σαδιστικός γονέας βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να ταπεινώσει και να χειριστεί το παιδί, νομίζοντας πως με αυτό τον τρόπο ασκεί σωστό έλεγχο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το άτομο που μεγαλώνει και αναπτύσσεται, να έρθει αντιμέτωπο με τις αδυναμίες και τα λάθη του, με απότομο, σκληρό και βίαιο τρόπο.

Σε άλλη περίπτωση, το παιδί κρατείται «προστατευμένο» από τον γονέα, με αποτέλεσμα να μην έρχεται αντιμέτωπο με τις αδυναμίες του. Η περίπτωση της «μικρής πριγκίπισσας» του μπαμπά και του «βασιλιά» της μαμάς, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Οι γονείς ενισχύουν συνεχώς μόνο τα θετικά στοιχεία του παιδιού και τονίζουν τα επιτεύγματα του με τρόπο που δίνει αίσθηση μοναδικότητας και διαφορετικότητας από το υπόλοιπο περιβάλλον. Το παιδί λοιπόν, προσπαθεί συνεχώς να ανταποκριθεί σε κάτι που δεν είναι και εγκλωβίζεται σε μια εικόνα που θέλουν οι γονείς για εκείνο. Αναμένεται το παιδί να ανταποκριθεί σε υπερβολικές και κάποιες φορές παράλογες προσδοκίες των γονέων. Αυτό οδηγεί το παιδί, στο να θάψει τις αδυναμίες του και να παρουσιάζει έναν «τέλειο» εαυτό, έναν ψεύδη εαυτό, που δεν χωράει ούτε το λάθος ούτε η αποδοχή του.

Ο ρόλος των γονέων, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ή και με τους δύο παράλληλα, είναι καθοριστικός. Όταν μεταβιβάζουν μη ρεαλιστικές και δύσκολα εφαρμόσιμες προσδοκίες στο παιδί και όταν εκείνο δεν ανταποκρίνεται, το απορρίπτουν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πλήγμα στο ναρκισσισμό και στην συνέχεια να εκδηλώσει την διαταραχή.

Κοινωνικό Μοντέλο

Σύμφωνα με τους Morf & Rhodewalt (2001), η Ναρκισσιστική Διαταραχή προσωπικότητας είναι δομημένη σε δύο υποθέσεις:

1) το άτομο με ναρκισσιστική διαταραχή έχει εύθραυστη αυτοεκτίμηση και

2) το άτομο αυτό χρειάζεται τις διαπροσωπικές σχέσεις αλληλεπίδρασης για να ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του, και όχι για να συνάψει στενές σχέσεις ουσίας. Ουσιαστικά, εγκλωβίζεται από τον στόχο του να διατηρήσει την μεγαλειώδη αίσθηση που έχει για τον εαυτό του.

Η ευαλωτότητα που παρουσιάζει η αυτοεκτίμηση του Νάρκισσου στην ανατροφοδότηση από το περιβάλλον, προκύπτει από την προσπάθειά του να διατηρήσει την διογκωμένη εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία το άτομο αλληλεπιδρά με τους άλλους με πρωταρχικό στόχο να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του.

Έτσι τείνει να καυχιέται σε μεγάλο βαθμό (στην αρχή φαίνεται να λειτουργεί καλά μετά οι άλλοι αρχίζουν να δυσανασχετούν) και όταν κάποιος άλλος καταφέρει κάτι σημαντικό, το υποτιμά, δηλαδή είναι πιο σημαντικό να έχει τον θαυμασμό ή την επιτυχία σε κάποια ανταγωνιστική δραστηριότητα παρά να είναι κοντά με τους άλλους.

Διαφοροδιάγνωση

Είναι αρκετά σημαντικό να εξεταστεί σε ποιο βαθμό τα στοιχεία της Ναρκισσιστικής Διαταραχής είναι όντως στοιχεία χαρακτήρα και όχι συμπτώματα Κοινιωνιοπάθειας, Υπομανίας, Μανίας ή Διπολικής Διαταραχής. Σε περίπτωση που όντως υπάρχει κάποια άλλη διαταραχή προσωπικότητας τα φαινομενικά ναρκισσιστικά στοιχεία του χαρακτήρα είναι περιοδικά, εφήμερα και άμεσα εξαρτημένα από τις διακυμάνσεις στη διάθεση του ασθενούς. Σε αντίθεση με την διαταραχή αυτή καθεαυτή όπου αγγίζουν μόνιμα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του ατόμου.

Αντιμετώπιση

Ενας Νάρκισσος θα μπορούσε να βοηθηθεί σημαντικά μέσω της οριοθέτησης. Χρειάζεται να είναι οριοθετημένος έτσι ώστε να μην παραβλέπει τις ανάγκες των ανθρώπων γύρω του, ικανοποιώντας μόνο τις δικές του. Πολύ βοηθητικό είναι το καθρέφτισμα της συμπεριφοράς του. Ουσιαστικά δηλαδή να φέρεται κάποιος στο Νάρκισσο όπως ακριβώς συμπεριφέρεται και εκείνος. Για παράδειγμα αν εμφανίζει μειωτικές ή προσβλητικές συμπεριφορές, ή ασκεί μια άδικη κριτική, θα χρειαζόταν να κάνει κάποιος ακριβώς το ίδιο σε εκείνον. Συνήθως ο Νάρκισσος όταν αντιμετωπίζει το καθρέφτισμα της συμπεριφοράς του υποχωρεί. Η απειλή της εγκατάλειψης είναι ο μεγαλύτερος φόβος από τους κοντινούς του συναισθηματικά ανθρώπους. Αυτός ο φόβος της εγκατάλειψης, όταν δηλαδή συνειδητοποιήσει ότι ενδεχομένως θα χάσει τους «κοντινούς» σε εκείνο ανθρώπους, μπορεί να τον κάνει να αλλάξει και να βελτιώσει τη συμπεριφορά του.

Το άτομο με Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας εντοπίζει τα προβλήματα στις σχέσεις του με τους άλλους, όμως δεν θα παραδεχτεί την ευθύνη του για αυτά. Το πιο σημαντικό βήμα στην αντιμετώπιση του Ναρκισσισμού γίνεται όταν το άτομο δει και παραδεχθεί την ευθύνη του μέσα στη σχέση του με τους άλλους. Ζει σε ένα δικό του κόσμο, οπότε το περιβάλλον του θα πρέπει να του δείχνει την πραγματικότητα, να τον αποδεχθούν και να τον εκτιμούν γι΄αυτό που πραγματικά είναι και όχι για αυτό που νομίζει ότι είναι.

Στη Ναρκισσιστικη Διαταραχή Προσωπικότητας το άτομο δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια και ο λογος για αυτό είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται πως τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του κάνουν τους γύρω του να δυσφορούν πολύ με τον χαρακτήρα που παρουσιάζει (όπως άλλωστε προαναφέρθηκε). Στην περίπτωση έλευσης στην ψυχοθεραπεία όμως, θα αποκτήσει αίσθηση του μηχανισμού της μεγαλομανούς συμπεριφοράς του, με απώτερο σκοπό να αποκτήσει μια πιο ρεαλιστική εικόνα εαυτού του αλλά και των ατόμων γύρω του. Έτσι, όταν αποδεχθεί αυτό που πραγματικά είναι και όχι αυτό που δείχνει να είναι, θα λειτουργήσει με αυθεντικότητα, ειλικρίνεια, καταφέρνοντας να βιώσει με πιο υγιείς τρόπους το κομμάτι του ναρκισσισμού του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ενισχύσει και το υγιές κομμάτι του εγώ του. Θα μπορέσει λοιπόν να σχετίζεται καλύτερα με τους άλλους, έτσι ώστε οι σχέσεις του να είναι πιο στενές και ουσιαστικές. Θα του δώσει την δυνατότητα να κατανοήσει τις αιτίες των συναισθημάτων του και τι είναι αυτό που τον οδηγεί να μην ανταγωνίζεται και να εμπιστεύεται τους άλλους. Έτσι θα επέλθει η αλλαγή στη συμπεριφορά του και κατ’επεκταση στην ζωή του.

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

Freud, S. Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Μετάφραση: Κωστελένος, Δ. Εκδοσεις: Δαμιανός, 2000.

Jung, C.G. Two Essays on Analytical Psychology, London: Routledge and K, 1953.

McWilliams, N. PsychoanaliticDiagnosis, NewYork: TheGuilfordPress, 1994.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 26036452810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Ιστριονική (Δραματική) Διαταραχή Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Ιστριονική (Δραματική) Διαταραχή Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Ιστριονική (Δραματική) Διαταραχή Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Ιστριονική Διαταραχή παρατηρείται ένα διάχυτο πρότυπο υπερβολικήςσυγκινησιακής έκφρασης και επιδίωξης της προσοχής.
Για να διαγνωσθεί το άτομο με Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας θα πρέπει να εμφανίζει κάποια από τα εξής ακόλουθα συμπτώματα:

• Αισθάνεται δυσάρεστα σε καταστάσεις στις οποίες δεν αποτελεί το επίκεντρο της προσοχής.

• Η συναλλαγή με τους άλλους χαρακτηρίζεται συχνά, από απρόσφορη, σεξουαλικά αποπλανητική ή προκλητική συμπεριφορά.

• Εκδηλώσεις ευμετάβλητης και ρηχής έκφρασης συγκινήσεων.

• Συνεχής χρήση της φυσικής εμφάνισης για την προσέλκυση προσοχής.

• Διαθέτει τρόπο ομιλίας που είναι υπερβολικά εντυπωσιακός και στερείται λεπτομερειών.

• Αυτοδραματοποίηση, θεατρινισμός και υπερτονισμένη εκφραση συγκινήσεων.

Υποβολιμότητα (δηλαδή επηρεάζεται εύκολα από τους άλλους ή τις περιστάσεις).

• Θεωρεί τις σχέσεις πιο στενές από ότι είναι στην πραγματικότητα.

Κλινική Εικόνα

Το άτομο με Ιστριονική Διαταραχή συνήθως εκφράζει το συναίσθημα του με υπερβολικά δραματικό και θεατρικό τρόπο (συχνά χρησιμοποιούμε γι’αυτό το άτομο τον όρο «drama queen») γεγονός που μπορεί να φέρει τους γύρω του σε άβολη και αμήχανη θέση. Το συναίσθημα του δραματικού ατόμου είναι ευμετάβλητο και εναλλασσόμενο. Η συμπεριφορά του είναι προκλητική με απώτερο στόχο να προκαλέσει και να σαγηνεύσει τους άλλους.
Επί της ουσίας, δυσκολεύεται να εκδηλώσει συναισθηματική εγγύτητα στις ερωτικές του σχέσεις. Συχνά εκδραματίζει ένα ρόλο, μοιάζει δηλαδή σα να πρωταγωνιστεί σε μία θεατρική παράσταση. Χειραγωγεί συναισθηματικά ή αποπλανεί με την συμπεριφορά του τον εκάστοτε σύντροφο του, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει εξαρτημένο από αυτόν.

Όσον αφορά τις φιλικές του σχέσεις παρουσιάζονται προβλήματα
με τα άτομα του ιδίου φύλου, λόγω της σεξουαλικά προκλητικής συμπεριφοράς του ή των απαιτήσεων του για συνεχή προσοχή. Το άτομο με Ιστριονική Διαταραχή επιζητά συνεχώς κάτι νέο, αναζητά την διέγερση και τον ενθουσιασμό και έχει την τάση να βαριέται με τη συνήθη ρουτίνα του, με αποτέλεσμα να προσπαθεί να προκαλέσει εντάσεις. Συχνά παραμελεί τις παλιές σχέσεις του προς χάριν νέων σχέσεων και καινούριων γνωριμιών. Αν και συχνά ξεκινά μια εργασία ή ένα έργο με χαρά και ενθουσιασμό, το ενδιαφέρον του μπορεί γρήγορα να μειωθεί.
Στο Ιστριονικό άτομο απουσιάζει η αυθεντικότητα και η αγνή πρόθεση. Είναι συναισθηματικά ασταθές και του είναι πολύ δύσκολο να «συναινέσει», να δεχτεί πράγματα και να κάνει πίσω εκεί που χρειάζεται. Δεν είναι ιδιαίτερα συνεργάσιμο και γενναιόδωρο.

Αιτίες

Όσον αφορά την πρόκληση της Ιστριονικής Διαταραχής, σύμφωνα με έρευνες, παρατηρείται συχνά η εκδήλωση της στα μέλη της ίδιας οικογένειας. Σαφώς και υπάρχει κληρονομικό υπόβαθρο, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και μέσω της μάθησης – μίμησης, για παράδειγμα, το παιδί εκφράζεται και εκδραματίζει όπως η μητέρα, ουσιαστικά δηλαδή επαναλαμβάνει αυτή τη συμπεριφορά.
Όσον αφορά τους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, η έλλειψη κριτικής ή τιμωρίας στην παιδική ηλικία και η θετική ενίσχυση που δίνεται μόνο όταν ένα παιδί επιτυγχάνει ορισμένες αποδεκτές συμπεριφορές, συμβάλλουν στην εμφάνιση της διαταραχής.

Σχέση μητέρας – παιδιού στη συμβολή για την ανάπτυξη της Ιστριονικής Διαταραχής

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση το άτομο με Ιστριονική προσωπικότητα παρουσιάζει καθήλωση στο στοματικό* αλλά και στο οιδιπόδειο στάδιο ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης.
Όπως είναι ήδη γνωστό, η μητρική φροντίδα είναι καίριας σημασίας για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας. Επομένως, οποιοιδήποτε τριγμοί στην σχέση αυτή έχουν μεγάλη συμβολή στην ανάπτυξη παθολογίας. Για παράδειγμα, μια μητέρα που φροντίζει ιδιαιτέρως και ως επί το πλείστον για την εξωτερική εμφάνιση και την εικόνα της κόρης της, και παραμελεί τις συναισθηματικές της ανάγκες, της δημιουργεί κενά και την οδηγεί σε μια επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κορίτσι μπορεί να στραφεί στον πατέρα του για την κάλυψη των συναισθηματικών του κενών και αναγκών.
Με αυτόν τον τρόπο όμως έχει ήδη απορρίψει τη μητέρα της, και κατά συνέπεια το γυναικείο φύλο, άρα και ένα κομμάτι του εαυτού της.
Η στροφή προς το ανδρικό πρότυπο την ωθεί στο να ασπαστεί την άποψη ότι σαν γυναίκα είναι αδύναμη, ευάλωτη και χρειάζεται την αποδοχή και τη στήριξη ενός δυνατού άνδρα για να αποκτήσει ταυτότητα και δύναμη.
Ταυτόχρονα όμως μισεί και φθονεί την ανδρική υπεροχή που την καθιστά υποδεέστερη, άρα και πιο «τρωτή» ως προς την ίδια. Επομένως η στρατηγική που ακολουθεί προκειμένου να επιβιώσει, είναι η σύναψη συμμαχίας μέσω χειριστικών διαδικασιών με το «ισχυρό» φύλο. Γι’αυτό το λόγο και συχνά παρατηρούμε γυναίκες που επιδίδονται στο κυνήγι ισχυρών ανδρών προκειμένου να αποκτήσουν μία δανεική αυτοεκτίμηση και αξία, μέσα από εκείνους.

Πεποιθήσεις του Ιστριονικού – Δραματικού ατόμου

Το άτομο αισθάνεται σαν ένα μικρό παιδί φοβισμένο, με αίσθημα μειονεξίας, που δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει σ’ ένα κόσμο που κατακλύζεται από τους δυνατούς και ισχυρούς άλλους. Αν και η χειριστική συμπεριφορά γίνεται εύκολα αισθητή σε αυτή τη διαταραχή προσωπικότητας, ωστόσο, κύριος στόχος της είναι το άτομο να γίνει αποδεκτό, να αγαπηθεί να νιώσει ασφάλεια, και όχι να χρησιμοποιήσει τους άλλους κακόβουλα. 
Η χειριστική αυτή συμπεριφορά, έχει να κάνει με την αγωνιώδη προσπάθειά του δραματικού ατόμου να διασφαλίσει ένα καταφύγιο μέσα σε ένα κόσμο στον οποίο νιώθει να υστερεί. Ουσιαστικά προσπαθεί να σταθεροποιήσει την αυτοπεποίθηση του και να κυριαρχήσει σε καταστάσεις δύσκολες, όπως επίσης και να εκφράσει την ασυνείδητη εχθρότητά του.
Μέσα από αυτή την «οδό», η αυτοεκτίμηση έρχεται ως συνέπεια που προκύπτει είτε από την επιλογή ενός δυναμικού συντρόφου, είτε μέσω της διαδικασίας της «αντιστροφής». Δηλαδή, συχνά επιλέγει να σώσει το «φοβισμένο παιδί» που κρύβει μέσα του, μέσω «ανιδιοτελών» ενεργειών διάσωσης των άλλων.

Η ματαιοδοξία και η σαγήνη που επιθυμεί να ασκήσει στους άλλους, αποτελούν την κινητήρια δύναμη της επιβεβαίωσης και συντήρησης της προσωπικής τους εκτίμησης.
Όσον αφορά την εξουσία, αυτή αποτελεί μια ιδιότητα που προκαλεί φόβο στο άτομο με Ιστριονική Διαταραχή, όταν την αναγνωρίζει στον άλλο απέναντί του. Έτσι προσπαθεί να την διαχειρίζεται φαινομενικά χωρίς φόβο, είτε προσπαθώντας να αλλάξει, είτε να «θεραπεύσει» το πρόσωπο που την κατέχει, είτε ακόμα προκαλώντας το, την ίδια στιγμή που φοβάται την επιθετικότητα. Αν και η «ατρόμητη» συμπεριφορά είναι κάτι που παρατηρείται έντονα, η δυνατότητα άμεσης αντιπαράθεσης με τα πρόσωπα εξουσίας είναι κάτι που χαρακτηρίζει περισσότερο τη ναρκισσιστική προσωπικότητα παρά την δραματική.
Η επιθυμία του να σαγηνεύσει δεν συνοδεύεται από ρηχό και επιφανειακό συναίσθημα, αλλά κυρίως από την ανάγκη του να μειώσει το άγχος, που του προκαλεί η πιθανότητα απόρριψης ή εκμετάλλευσης. Όταν νιώθει πως δεν ελλοχεύουν αυτοί οι κίνδυνοι τότε μπορεί να εκφράσει γνήσιο συναίσθημα και ενδιαφέρον.
Η ενοχή επίσης, είναι άλλο ένα συναίσθημα που κυριαρχεί στην ψυχοσύνθεση του ατόμου με Ιστριονική Διαταραχή, εξαιτίας της κατανόησης της συνειδητής χειριστικότητάς του, ως προς τους ισχυρούς άλλους, τους οποίους φθονεί αλλά και ταυτόχρονα χρειάζεται. Ενοχή, που υπάρχει και για την μη έκφραση της συγκεκαλυμμένης ανάγκης του για ασφάλεια. Ακόμα και ντροπή, για την ανικανότητά του να αυτονομηθεί, όπως και για την ανάγκη του να χρησιμοποιεί τα «κάλλη» του, τα οποία επί της ουσίας υποτιμά, ως μέσο για τη διασφάλιση της αυτοεκτίμησής του.

Διαφοροδιάγνωση

Παραπλήσια αιτιολογία με την Ιστριονική Διαταραχή συναντάμε και στην περίπτωση της Ναρκισσιστικής Διαταραχής Ποσωπικότητας.
Τα κοινά σημεία της Ιστριονικής και της Ναρκισσιστικής προσωπικότητας αφορούν το κομμάτι της αυτοεκτίμησης, η οποία είναι ελλιπής και στις δύο διαταραχές. Επιπλέον, και του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται αυτή η έλλειψη. Τόσο το άτομο με Ναρκισσιστική Διαταραχή όσο και το άτομο με Ιστριονική, επιδεικνύει μία τεράστια ανάγκη να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής. Όπως και ο Νάρκισσος, έτσι και ο Ιστριονικός είναι πιθανό να μεγάλωσε σε περιβάλλον συναισθηματικής κακοποίησης, αλλά στο άτομο με Ιστριονική διαταραχή μπορεί να συναντήσουμε και ιστορικό σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία.
Σε αντίθεση με το Ναρκισσιστή, ο οποίος έχει πολύ ανεπτυγμένο το κομμάτι της λογικής σκέψης προκειμένου να καλύπτει τα συναισθήματά του, το άτομο με Ιστριονική Διαταραχή, έχει τρομερά έντονο και δυνατό συναίσθημα. Δίνει την αίσθηση ότι βιώνει κάθε συναίσθημα σε τεράστιο βαθμό σε σχέση με το μέσο όρο του πληθυσμού, όμως αυτά τα συναισθήματα στερούνται βάθους και είναι εξαιρετικά ευμετάβλητα. Οι συναισθηματικές μεταπτώσεις μπορεί να είναι συνεχείς, καταλήγοντας να δίνουν την εικόνα ενός επίπεδου και επιφανειακού ανθρώπου ο οποίος άγεται και φέρεται από τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα του.

Αντιμετώπιση

Όπως και στις περισσότερες διαταραχές της προσωπικότητας καίριας σημασίας είναι η ανάλογη ψυχοθεραπευτική διαδικασία και παρέμβαση, και το πως αυτή θα εξελιχθεί. Το άτομο με Ιστριονική Διαταραχή όντας «δραματικό» και παρορμητικό, εχοντας ανάγκη μεγάλης προσοχής, χρειάζεται μια σταθερή και υποστηρικτική θεραπευτική σχέση σε μακροχρόνια βάση, η οποία να διέπεται από σταθερά όρια. Η επικοινωνία θεραπευτή – θεραπευόμενου χρειάζεται να είναι ξεκάθαρη και προσανατολισμένη στην εκμάθηση πιο ώριμων μηχανισμών αντιμετώπισης των συνθηκών της ζωής και εξάλειψης χειριστικών τεχνικών, που εντέλει έχουν αντίθετα των επιθυμητών αποτελέσματα για το άτομο.
Εφόσον, λοιπόν εδραιωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης και ένα κλίμα σεβασμού και ασφάλειας, το Ιστριονικό άτομο θα μπορέσει να εκφράσει τα συναισθήματά του και λαμβάνοντας θετική αποδοχή γι’αυτά, θα καταφέρει να εναρμονίσει την έμφυτη διάθεσή του για έντονες, δραματικές αντιδράσεις με ένα λογικό και αναλυτικό τρόπο σκέψης.

*Στοματικό στάδιο: διαρκεί έως το πρώτο έτος της ηλικίας. Το παιδί δέχεται ευχαρίστηση με το στόμα κυρίως μέσω του θηλασμού και ικανοποιεί την ανάγκη του για τροφή. Τυχόν καθήλωση στο στάδιο αυτό (μη ικανοποίηση) προκαλεί στην ενήλικη ζωή εξάρτηση από το κάπνισμα, το φαγητό, το φιλί. Το παιδί ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και αναγνωρίζει τους άλλους μόνο με την προσφορά τους.

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

McWilliams, N. (1994). Chapter 14: Hysterical (histrionic) personalities. In Psychoanalytic diagnosis: Understanding personality structure in the clinical process (pp. 301–322). New York: Guilford Press.

PDM Task Force. (2006). Psychodynamic diagnostic manual. Silver Spring: Alliance of PsychoanalyticOrganizations.

Samuel, D., & Widiger, T. (2004). Clinicians’ personality descriptions of prototypic personality disorders. Journal of Personality Disorders, 18(3), 286–308.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 2603645  2810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Οριακή (Μεταιχμιακή) Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Οριακή (Μεταιχμιακή) Διαταραχή της Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Οριακή (Μεταιχμιακή) Διαταραχή της Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Οριακή Διαταραχή της Προσωπικότητας παρατηρείται ένα διάχυτο πρότυπο αστάθειας των διαπροσωπικών σχέσεων, της εικόνας του εαυτού, των συναισθημάτων και της έκδηλης παρορμητικότητας. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με Οριακή Διαταραχή, χρειάζεται να παρουσιάζει ορισμένα από τα ακόλουθα συμπτώματα:

• Απεγνωσμένες προσπάθειες αποφυγής της πραγματικής ή φαντασιωμένης εγκατάλειψης.

• Πρότυπο ασταθών και έντονων διαπροσωπικών σχέσεων οι οποίες χαρακτηρίζονται από την εναλλαγή μεταξύ των άκρων της εξιδανίκευσης και της απαξίωσης.

Διαταραχή της ταυτότητας: καταφανώς και επίμονα ασταθής εικόνα ή αίσθηση εαυτού.

Παρορμητικότητα σε τουλάχιστον δύο περιοχές, η οποία εν δυνάμει είναι αυτοβλαπτική (π.χ. έξοδα, σεξ, κατάχρηση ουσιών, επικίνδυνη οδήγηση, επεισόδια υπερφαγίας).

• Υποτροπιάζουσα αυτοκτονική συμπεριφορά, χειρονομίες ή απειλές, η αυτοακρωτηριαστική συμπεριφορά.

Συναισθηματική αστάθεια οφειλόμενη σε έκδηλη αντιδραστικότητα της διάθεσης (π.χ. έντονη επεισοδιακή δυσφορία, ευερεθιστότητα ή άγχος που διαρκούν συνήθως λίγες ώρες και μόνο σπάνια περισσότερο από λίγες ημέρες).

Χρόνια αισθήματα ματαιότητας.

Απρόσφορος, έντονος θυμός ή δυσκολία ελέγχου του θυμού (π.χ. συχνές εκδηλώσεις οργής, συνεχής θυμός, επανειλημμένοι διαπληκτισμοί).

Παροδικός, συνδεόμενος με στρες, παρανοειδής ιδεασμός ή βαριά αποσυνδετικά συμπτώματα.

Κλινική Εικόνα

Το άτομο με Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από συναισθηματική αστάθεια. Συνήθως συμπεριφέρεται παρορμητικά χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τις συνέπειες των πράξεων του. Η διάθεσή του είναι απρόβλεπτη, ευμετάβλητη και άστατη, με συχνές συναισθηματικές εκρήξεις τις οποίες αδυνατεί να ελέγξει.
Η συμπεριφορά του μπορεί να είναι εριστική και συχνά συγκρούεται με τους άλλους, ειδικά όταν οι ενέργειες του ματαιώνονται ή κρίνονται. Έχει αρνητικά συναισθήματα όπως άγχος, κατάθλιψη, ενοχές, ντροπή, ανησυχία, αποθάρρυνση, δυστυχία, τα οποία εκφράζει με υπερβολικό και πολλές φορές «θεατρικό» τρόπο. Έχει ακραίες αντιδράσεις (π.χ. οργή, ταπείνωση) όταν αντιλαμβάνεται προσβολή ή κριτική από τους άλλους.

Η εικόνα που έχει για τον εαυτό του εναλλάσσεται συχνά και είναι μη επαρκως ανεπτυγμένη, έτσι ώστε συχνά να παρουσιάζει αυτοκριτική, ενοχή, χρόνια συναισθήματα κενότητας και αποσύνδεσης όταν βρίσκεται σε αγχογόνες καταστάσεις. Στην Οριακή Διαταραχή το άτομο είναι μπερδεμένο όσον αφορά τους στόχους και τις εσωτερικές του επιθυμίες.
Οι διαπροσωπικές σχέσεις του διακατέχονται από ένταση, είναι ασταθείς και χαρακτηρίζονται από αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές.
Οι έντονες αυτες διαπροσωπικές σχέσεις, χαρακτηρίζονται από εναλλαγή μεταξύ των δύο άκρων: εξιδανίκευσηςυποτίμησης του άλλου ατόμου. Σε καταστάσεις έντονου στρες μπορεί να εκδηλωθούν παροδικά ψυχωσικά συμπτώματα. Συχνά το άτομο επιδίδεται σε μανιώδεις προσπάθειες να αποφύγει την πραγματική ή την φαντασιωσική εγκατάλειψη. Σε κάποιες περιπτώσεις το άτομο ίσως εχει τάσεις, ή ακόμα έχει προβεί σε απόπειρες αυτοκτονίας.

Το βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής είναι η έλλειψη σταθερότητας όσον αφορά τις συναισθηματικές αλλά και τις περισσότερες καταστάσεις στην ζωή του ατόμου. Στις περισσότερες περιπτώσεις η Οριακή Διαταραχή ουσιαστικά είναι μια αργοπορημένη, μη σταθερή κατάσταση της φυσιολογικής ανάπτυξης προσωπικότητας. Ο Οριακός λοιπόν φαίνεται να έχει μια αναπτυξιακή βραδύτητα στο πέρασμα μέσα από την συναισθηματικά ταραχώδη φάση της εφηβείας στην ενήλικη ζωή. Συχνά δηλαδή μοιάζει «έφηβος» ακόμα και όντας ενήλικας.
Επιπροσθέτως, το άτομο με Οριακή Διαταραχή αδυνατεί να έχει μία σταθερή και ήρεμη κοινωνική ζωή. Δεν μπορεί να είναι σεξουαλικά εγκρατές και συνήθως παρουσιάζει έλλειψη αναστολών. Επιδίδεται σε περιστασιακό σεξ (της μιας βραδιάς, υπό «παράνομες» συνθήκες κλπ). Παρουσιάζει δυσκολίες στο να είναι συνετό και προσεκτικό πριν μιλήσει ή δράσει και πιθανόν να εκτίθεται ή να έρχεται σε δύσκολη θέση ως συνέπεια αυτού.
Ο θυμός του είναι έντονος και ασυγκράτητος, και συχνά μπορεί να φέρεται άσχημα ή εκδικητικά. Θυμώνει σε τεράστιο βαθμό συγκριτικά με την σοβαρότητα της κατάστασης.

Πεποιθήσεις του ατόμου με Οριακή Διαταραχή

Το άτομο συνήθως αισθάνεται πάντα το θύμα των καταστάσεων, ισχυριζόμενο πως οι άλλοι το εκμεταλλεύονται ή το κακομεταχειρίζονται. Επιρρίπτει τις ευθύνες για την όποια αποτυχία ή δυσκολία του στους άλλους, αποφεύγοντας να αναλάβει εύθυνες.
Όταν δυσκολεύεται ή βιώνει άσχημες καταστάσεις, αδυνατεί να εμπεριέξει πως οι άλλοι έχουν καλή και κακή πλευρά, και τους βλέπει με απόλυτο τρόπο (διχοτόμηση*). Για παράδειγμα, ξαφνικά μπορεί να αντιπαθήσει κάποιον που συμπαθούσε πολύ.
Έχει μικρή επίγνωση για τα κίνητρα αλλά και για την συμπεριφορά του. Αν τα συναισθήματά του είναι έντονα και δύσκολα, συνήθως παρουσιάζει έκπτωση στην λειτουργικότητα του σε πολλούς τομείς της ζωής του.

Το άτομο δυσκολεύεται να κατευνάσει και να παρηγορήσει τον εαυτό του χωρίς τη βοήθεια κάποιου άλλου προσώπου, δηλαδή έχει δυσκολία να αυτορρύθμισης των συναισθημάτων του.
Συνήθως καταστροφολογεί και κινδυνολογεί, βλέποντας τα προβλήματά του ως ολέθρια και ανεπίλυτα.
Όταν ταράζεται, έχει την τάση να επιστρέφει σε παλαιότερους, λιγότερο ώριμους τρόπους διαχείρισης (προσκόλληση, ξεσπάσματα, εκρήξεις θυμού κλπ).
Οι σχέσεις του τείνουν να είναι χαοτικές, μπερδεμένες και με ραγδαίως εναλλασσόμενες.

Αιτίες

Όπως στις περισσότερες διαταραχές προσωπικότητας, έτσι και στην Οριακή Διαταραχή οι αιτίες είναι πολυπαραγοντικές. Όσον αφορά τους βιολογικούς παράγοντες, σύμφωνα με έρευνες, η κληρονομικότητα και τα γονίδια παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής σε σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Τα γονίδια επηρεάζουν σημαντικά την εμφάνιση της παρορμητικότητας και της συναισθηματικής αστάθειας. Επιπλέον, ελλείψεις στην ευαισθησία των υποδοχέων της σεροτονίνης σχετίζονται με την εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων. Οι νευρολογικοί παράγοντες, επίσης συμβάλλουν στην εμφάνιση της διαταραχής. Ο ιππόκαμπος και η αμυγδαλή των ατόμων με Οριακή Διαταραχή είναι μικρότερα σε μέγεθος σε σχέση με το μέσο όρο του πληθυσμού. Έχει αποδειχθεί δυσλειτουργία του μετωπιαίου λοβού, ο οποίος όταν λειτουργεί σωστά βοηθά στον έλεγχο της παρορμητικότητας.
Οι κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως: η γονεϊκή εγκατάλειψη και αδιαφορία, τα παιδικά τραύματα, η σεξουαλική κακοποίηση, η εχθρότητα, η έλλειψη εμπαθητικής κατανόησης, η ανευθυνότητα, καθώς και η ανεπάρκεια μίας συνεπούς υποστηρικτικής παρουσίας μπορούν να οδηγήσουν σε Οριακή Διαταραχή.

Γνωσιακή Προσέγγιση

Στη Γνωσιακή Προσέγγιση υποστηρίζεται ότι οι αρνητικές παιδικές εμπειρίες μετατρέπονται σε αρνητικά σχήματα*, σχετικά με την ταυτότητα και τις σχέσεις του ατόμου με τους άλλους. Αυτά περιλαμβάνουν πεποιθήσεις όπως για παράδειγμα: «Είμαι απαίσιος άνθρωπος», κάτι που οδηγεί σε αυτοτιμωριτικές σκέψεις: «Κανείς δεν θα με αγαπήσει», το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε σκέψεις όπως: «Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου», το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την εξάρτηση από τους άλλους. Όσον αφορά την αυτοκτονική συμπεριφορά, το γνωσιακό μοντέλο υποστηρίζει ότι είναι αποτέλεσμα χαμηλής αυτοεκτίμησης και έλλειψης εναλλακτικής αντιμετώπισης του στρες.

Ψυχαναλυτική Προσέγγιση

Σύμφωνα με την Ψυχαναλυτική Προσέγγιση, οι αρνητικές και άσχημες παιδικές εμπειρίες οδηγούν σε ένα αδύναμο «εγώ*» το οποίο επιζητά διαρκή επιβεβαίωση. Το άτομο αναπτύσσει μηχανισμούς άμυνας κατά τους οποίους διαχωρίζει αντικείμενα και πρόσωπα σαν «καλό» και «κακό», με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ενοποιήσει ως «σύνολο» τις θετικές και αρνητικές πλευρές του εαυτού του και των άλλων (σχάση*).
Όπως προαναφέρθηκε το άτομο με Οριακή Διαταραχή παρουσιάζει παρορμητική συμπεριφορά, διαταραχές ταυτότητας, έντονες αλλά ασταθείς διαπροσωπικές σχέσεις, δυσφορικά συναισθήματα, ανεπαρκή ικανότητα να ελέγχει το άγχος του, μικρή δυνατότητα για μετουσίωση.
Χρησιμοποιεί κυρίως πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας. Ο βασικός μηχανισμός είναι η διχοτόμηση. Χρησιμοποιεί επίσης την προβλητική ταύτιση* (σε τεράστιο βαθμό), την άρνηση*, εξιδανίκευση* και αρκετά συχνά την υποτίμηση.
Οι μηχανισμοί άμυνας σαφώς θωρακίζουν το εγώ από συγκρούσεις, κρατώντας διχοτομημένες και σαφώς διαφοροποιημένες μεταξύ τους, αντιφατικές εικόνες του εαυτού και των άλλων. Οι άμυνες αυτές όμως, αν και προστατεύουν από τις συγκρούσεις, αποδυναμώνουν την λειτουργικότητα του εγώ και μειώνουν τις δυνατότητές του για προσαρμοστικότητα και ευελιξία.

Σχέση μητέρας – παιδιού στη συμβολή για την ανάπτυξη της Οριακής Διαταραχής

Η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού στηρίζεται κυρίως στη συναισθηματική επαφή με τα σημαντικά του αντικείμενα, δηλαδή τους πρώτους φροντιστές του. Επομένως η ποιότητα των σχέσεων του και το κλίμα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί, μπορούν ανάλογα με τις συνθήκες να συμβάλλουν ή να παρεμποδίσουν στην ψυχολογική του εξέλιξη και ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, η ποιότητα της σχέσης με τη μητέρα είναι φυσικό και αναμενόμενο να κατέχει κεντρική και καθοριστική θέση.
Όταν υπάρχουν δυσλειτουργίες στη σχέση μητέρας – παιδιού, η Οριακή Διαταραχή βρίσκει γόνιμο έδαφος. Ο Οριακός παρουσίαζει τεράστιο άγχος αποχωρισμού από τα σημαντικά του αντικείμενα, ο οποίος αποχωρισμός, συχνά βιώνεται σαν πλήρης και απόλυτη εγκατάλειψη. Αυτό αποδίδεται στις διαταραγμένες σχέσεις του παιδιού με τη μητέρα, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παρεμπόδισαν την ομαλή πορεία των διαδικασιών του αποχωρισμού – εξατομίκευσης (κατάστασης «συγχώνευσης»).

Όταν μια μητέρα, για λόγους που έχουν να κάνουν με την δίκη της ψυχοπαθολογία, δεν είναι διαθέσιμη για το παιδί της και έχει μια βαθύτερη απορριπτική στάση απέναντι του, το παιδί αναγκαστικά βιώνει το κλίμα της απόρριψης και της εγκατάλειψης. Επομένως, παρουσιάζει δυσκολίες στο να δημιουργήσει συγκροτημένες θετικές αναπαραστάσεις των αντικειμένων του και να εσωτερικεύσει εκείνες τις πλευρές της σχέσης που συνεισφέρουν σε μια αίσθηση ασφάλειας και βασικής εμπιστοσύνης, στον εαυτό και στους γύρω του.
Η στάση αυτή της μητέρας, σε συνδυασμό με την συσσώρευση των τραυματικών εμπειριών, οδηγεί στην αδυναμία εσωτερίκευσης ενός «καλού» αντικειμένου που αγαπά, υποστηρίζει και φροντίζει. Επίσης, οδηγεί το άτομο σε μία έντονη επιθετικότητα, που βασίζεται στη συναισθηματική στέρηση και τις υπερβολικές ματαιώσεις που βίωσε ως παιδί. Τα φαινόμενα αυτά μπορούμε να τα συναντήσουμε, σε βαθμό αρκετά συχνό και έντονο, στο άτομο με Οριακή Διαταραχή.

Διαφοροδιάγνωση

Η Οριακή Διαταραχή συχνά συγχέεται με την Διπολική Διαταραχή καθώς ομοιάζουν κυρίως ως προς την ευμεταβλητότητα του συναισθήματος. Όμως, στην Οριακή Διαταραχή οι αλλαγές στην διάθεση και το συναίσθημα έχουν μικρή διάρκεια, σε αντίθεση με την Διπολική, όπου διαρκούν μέρες έως και μήνες.
Οι αλλαγές της διάθεσης στην Οριακή Διαταραχή είναι συνήθως απάντηση σε ένα περιβαλλοντικό ερέθισμα και έναν εξωτερικό παράγοντα, ενώ η αλλαγή διάθεσης στη Διπολική Διαταραχή πιθανόν να εμφανιστεί χωρίς συγκεκριμένο λόγο.
Σημαντική επίσης διαφορά αποτελεί το ότι, ο Οριακός διακατέχεται από αίσθημα κενού, αναξιότητας και φόβο εγκατάλειψης.

Αντιμετώπιση

Όποια θεραπευτική παρέμβαση και αν ακολουθείται για την Οριακή Διαταραχή, είναι σημαντικό να αντιμετωπιστούν οι επικίνδυνες και παρορμητικές συμπεριφορές (όταν υπάρχουν), καθώς επίσης, να μπορέσει να υπάρξει μεγαλύτερος αυτοέλεγχος στο άτομο. Είναι καίριας σημασίας η ανάπτυξη ικανοτήτων ρύθμισης της υπερβολικής συναισθηματικότητας του ατόμου, ώστε κατ’επέκταση να βελτιωθούν και οι διαπροσωπικές του σχέσεις. Έτσι θα μπορέσει να συνδεθεί ουσιαστικά με τους άλλους, χωρίς τις άμυνες που το εγκλωβίζουν.

Όσον αφορά στη σχέση θεραπευτή – θεραπευόμενου, ο Οριακός χρειάζεται μια σταθερή και υποστηρικτική θεραπευτική σχέση σε μακροχρόνια βάση, με σαφη και σταθερά Όρια. Ο ψυχοθεραπευτής θα πρέπει να έχει την υπομονή και την αντοχή να διαχειριστεί τις πολλαπλές κρίσεις του Οριακού ατόμου, καθώς και τις συνεχείς προκλήσεις και προσπάθειες παραβίασης και δοκιμασίας των ορίων της σχέσης. Η επικοινωνία θεραπευτή – θεραπευόμενου χρειάζεται να είναι ειλικρινής, αισιόδοξη και προσανατολισμένη στην εκμάθηση πιο ώριμων μηχανισμών αντιμετώπισης των συνθηκών και των δυσκολιών της ζωής και της καθημερινότητας του ατόμου.

*Σχήματα: στην γνωσιακή θεραπεία τα πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς που οργανώνουν την κατηγοριοποίηση των πληροφοριών και τις σχέσεις μεταξύ τους ονομάζονται σχήματα.

*Εγώ: αποτελεί συνιστώσα του μοντέλου για τη δομή του ανθρωπίνου ψυχικού οργάνου στα πλαίσια της δεύτερης τοπικής θεωρίας του Sigmund Freud. Σύμφωνα με αυτό το δομικό μοντέλο το Εγώ αποτελεί το λογικό μέρος που αν και δεν είναι έμφυτο,αναπτύσσεται και καλλιεργείται με την επίδραση της συσσωρευμένης εμπειρίας.

*Διχοτόμηση (ή Σχάση): Η πεποίθηση ότι κάποιος π.χ. είναι μόνο «καλός» ή μόνο «κακός», καθώς αδυνατούμε να εμπεριέξουμε ότι κάποιος που είναι καλός μπορεί να κάνει κάποιες φορές και κακά πράγματα και το αντίστροφο.

*Προβλητική Ταύτιση: Και σε αυτό τον αμυντικό μηχανισμό αποδίδουμε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (τα οποία συνήθως είναι δικά μας) σε ένα άλλο πρόσωπο, και εντέλει το άλλο πρόσωπο αρχίζει να φέρεται όπως εμείς του έχουμε προσάψει ότι είναι. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πει κάποιος: «Δεν είμαι εγώ ειρωνικός, εσύ είσαι ειρωνικός» και το άλλο πρόσωπο τελικά αρχίζει να είναι ειρωνικό.

*Άρνηση: Μη αποδοχή μίας κατάστασης ως πραγματική. Για παράδειγμα όταν χάνουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο, αρνούμαστε να δεχτούμε ότι συμβαίνει το συγκεκριμένο γεγονός.

*Εξιδανίκευση: Η πεποίθηση ότι κάποιος είναι «τέλειος». Βλέπουμε μόνο την θετική πλευρά ενός ατόμου ώστε να νιώσουμε καλύτερα και εμείς βρισκόμενοι δίπλα του. Συχνό φαινόμενο στον έρωτα (ο αρχικά εξιδανικευμενος συντροφος).

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

Bennett, P., Abnormal and Clinical Psychology ( 3rd Ed), Open University Press, 2011.

Kernberg, O.F., Borderline conditions and pathological narcissism, Aronson: New York, 1975.
McWilliams, N., Ψυχαναλυτική Διάγνωση, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας, 2012.

Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
697 2603645  2810 226993
www.angelikitsagkaraki.com

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Διαταραχές της Προσωπικότητας: Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας

Με τον όρο Διαταραχές της Προσωπικότητας εννοούμε τις συμπεριφορές και τις καταστάσεις στις οποίες ένα άτομο διαφοροποιείται από το μέσο όρο ως προς:

• την Γνωστική Λειτουργία (δηλαδή τους τρόπους αντίληψης και ερμηνείας του εαυτού, των άλλων ανθρώπων και γεγονότων.

• την Συναισθηματικότητα (δηλαδή την έκταση, την ένταση, την αστάθεια και την απροσφορότητα της συγκινησιακής απάντησης).

• την Διαπροσωπική Λειτουργικότητα.

• τον Έλεγχο των Παρορμήσεων.

Ουσιαστικά το άτομο παρεκκλίνει από τις προαναφερθείσες νόρμες και από τις προσδοκίες του γενικότερου πολιτισμικού πλαισίου του. Για να διαγνωσθεί ένα άτομο με μία διαταραχή προσωπικότητας χρειάζεται να παρουσιάζονται τα παραπάνω με διάρκεια, συχνότητα και επαναληψιμότητα. Επιπλέον θα πρέπει να προκαλείται από τις καταστάσεις αυτές έκπτωση στην λειτουργικότητα του ατόμου όσον αφορά την κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

Αντικοινωνική Διαταραχή της Προσωπικότητας – Διάγνωση

Στην Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας το άτομο παρουσιάζει ένα διάχυτο πρότυπο περιφρόνησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των άλλων. Για να διαγνωσθεί το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας θα πρέπει να εμφανίζει κάποια από τα ακόλουθα:

  • • Αποτυχία να συμμορφωθεί με τις κοινωνικές σταθερές που αφορούν τη σύννομη συμπεριφορά, όπως φαίνεται από επανειλημμένα διενεργούμενες πράξεις, οι οποίες αποτελούν λόγο σύλληψης.
  • • Δολιότητα, όπως φαίνεται από επανειλημμένα ψέματα, χρήση ψευδωνύμων ή εξαπατηση των άλλων για προσωπικό κέρδος ή ευχαρίστηση.
  • • Παρορμητικότητα ή αποτυχία να προγραμματίσει για το μέλλον.
  • • Ευερεθιστότητα και επιθετικότητα, όπως φαίνεται από επανειλημμένους διαπληκτισμούς ή βιαιοπραγίες.
  • • Απερίσκεπτη αδιαφορία για την ασφάλεια του εαυτού ή των άλλων.
  • • Σταθερή ανευθυνότητα, όπως φαίνεται από επαναλαμβανόμενη αποτυχία να διατηρήσει σταθερή εργασιακή συμπεριφορά ή να ανταποκριθεί σε οικονομικές υποχρεώσεις.
  • • Έλλειψη μεταμέλειας, όπως φαίνεται από το ότι αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή εκλογικεύει το γεγονός ότι έχει βλάψει, κακομεταχειριστεί ή κλέψει άλλους.
  • • Το άτομο είναι ενήλικο, τουλάχιστον 18 ετών.
  • • Υπάρχει απόδειξη ύπαρξης της Διαταραχής της Διαγωγής με έναρξη πριν την ηλικία των 15 ετών.
  • Κλινική Εικόνα

    Το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας παρουσιάζει έντονη επιθετικότητα προς ανθρώπους και ζώα, ασκώντας βάναυσες συμπεριφορές. Συχνά εκφοβίζει, τρομάζει και απειλεί τους άλλους. Χειροδικεί και ξεκινά καυγάδες. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιήσει ως «όπλο» κάτι που μπορεί να προκαλέσει σωματική βλάβη σε κάποιον (για παράδειγμα ένα τούβλο, ένα σπασμένο μπουκάλι, ένα μαχαίρι).
    Εμπλέκεται σε κλοπές π.χ. ληστεία, αρπαγή τσάντας, εκβιασμός, ένοπλη ληστεία κλπ. Μπορεί επίσης να διαρρήξει το σπίτι, το κτίριο ή το αυτοκίνητο κάποιου άλλου. Ασκεί εκφοβισμό (bullying) και στο ιστορικό του πιθανόν να έχει αναγκάσει κάποιο άτομο να ενδώσει σε σεξουαλική δραστηριότητα μαζί του.
    Σε τακτά χρονικά διάστημα λέει ψέματα προκειμένου να αποκτήσει αγαθά ή την εύνοια κάποιου, ή για να αποφύγει υποχρεώσεις και ευθύνες, εξαπατώντας τους άλλους. Μπορεί να υπεξαιρέσει πράγματα που έχουν αξία χωρίς να αντιπαρατεθεί με ένα θύμα (π.χ. κλοπη πραγμάτων από ένα φιλικό σπίτι, πλαστογραφία κ.α.).

    Ο αντικοινωνικός μπορεί να εμπλέκεται και σε διαδικασίες που έχουν να κάνουν με καταστροφές στην πρόκληση της περιουσίας των άλλων. Μπορεί για παράδειγμα να λάβει μέρος στην πρόκληση μίας πυρκαγιάς ή δολιοφθοράς σε ένα ακίνητο, με την πρόθεση να προκαλέσει σοβαρή ζημιά. Σκόπιμα δηλαδή να προβεί σε καταστροφή ξένης ιδιοκτησίας.
    Το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή παραβιάζει νόμους και κανόνες. Ο ανήλικος «αντικοινωνικός» τείνει να μην υπακούει, να μένει έξω τη νύχτα παρά τις γονικές συστάσεις και απαγορεύσεις. Πιθανόν να φύγει από το σπίτι ενώ ζει με τους γονείς και να απουσιάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν επιστρέψει. Συχνά «το σκάει» από το σχολείο του και άλλες υποχρεώσεις.
    Ο Αντικοινωνικός είναι συνήθως χειριστικός, ανάλγητος και διακατέχεται από εχθρότητα και ανταγωνιστικότητα. Είναι έκδηλη η έλλειψη αναστολών και η παρορμητικότητα του. Παρουσιάζει έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων όπως ο σεβασμός, η υπευθυνότητα, η τιμιότητα και η ευγένεια.
    Συχνά είναι χρήστης αλκοόλ/ναρκωτικών, έχει άγχος και καταθλιπτικό συναίσθημα, πιθανον να είναι άνεργος, ή να έχει παραβατική/εγκληματική συμπεριφορά. Ωστόσο, ορισμένα άτομα με Αντικοινωνική Διαταραχή ελίσσονται και φτάνουν σε υψηλές θέσεις εξουσίας στην κοινωνία μέσω χειραγώγησης και εξαπάτησης (π.χ. πολιτικοί). Σε αυτές τις περιπτώσεις η διαταραχή μπορεί να συγκαλύπτεται μέσα από την ανάλογη θέση εξουσίας που έχει το άτομο, συχνά παρουσιάζοντας ένα εντελώς διαφορετικό προσωπείο προς τα έξω.

    Αιτίες – Παράγοντες Πρόκλησης

    Το άτομο μπορεί να είναι πιο ευάλωτο στην εμφάνιση Αντικοινωνικής Διαταραχής ως αποτέλεσμα συγκεκριμένου γενετικού/βιολογικού του υπόβαθρου, όμως αυτό θεωρείται ότι παίζει ρόλο μόνο όταν το άτομο εκτίθεται επίσης σε δυσμενείς και δύσκολες συνθήκες, όπως για παράδειγμα κακοποίηση και παραμέληση. Παράγοντες επικινδυνότητας για την πρόκληση της εν λόγω διαταραχής επίσης αποτελούν η χρήση ουσιών ή άλλες προϋπάρχουσες διαταραχές στη συμπεριφορά που είχε το άτομο στην παιδική και εφηβική ηλικία.
    Η οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Οι γονείς του ατόμου συχνά παρουσιάζουν και οι ίδιοι ένα υψηλό επίπεδο αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι γονείς ανήλικων παραβατών ήταν αλκοολικοί ή εγκληματίες, και τα σπίτια τους ήταν συνήθως διαταραγμένα από χωρισμό ή την απουσία ενός γονέα. Πολλές φορές το άτομο με βάση αυτές τις συνθήκες αλλά και ακόμα χειρότερες δυσκολεύεται να αναπτύξει σταθερούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους φροντιστές του και οδηγείται σε σκληρές συμπεριφορές.
    Η έλλειψη πειθαρχίας και η ανεπαρκής επίβλεψη των γονέων συνδέονται επίσης με την αντικοινωνική συμπεριφορά των παιδιών.

    Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί να φτάσει στην ενήλικη ζωή έχοντας συναισθηματικά τραύματα. Με το να μην έχει αναπτύξει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, είναι απορροφημένο από τον εαυτό του και αδιάφορο για τους άλλους. Η έλλειψη σταθερής πειθαρχίας καταλήγει σε μη συμμόρφωση προς τους κανόνες και αίσθημα ανικανοποίητου. Έτσι από το άτομο απουσιάζουν τα κατάλληλα πρότυπα και μαθαίνει να χρησιμοποιεί την επιθετικότητα για να σχετιστεί και να επιλύσει τις διαφορές του, αποτυγχάνοντας να αναπτύξει ενσυναίσθηση και ενδιαφέρον για τους γύρω του.
    Η παιδική κακοποίηση έχει επίσης συσχετισθεί με την εκδήλωση της Αντικοινωνικής Διατραχής. Ο Αντικοινωνικός είναι περισσότερο πιθανόν να έχει κακοποιηθεί ως παιδί. Σε πολλές περιπτώσεις, η κακοποίηση γίνεται μια μαθημένη συμπεριφορά που τα πρώην κακοποιημένα άτομα διαιωνίζουν με τα δικά τους παιδιά (θύτης = προηγουμένως θύμα). Επιπλέον, στρεσογόνα ή τραυματικά γεγονότα μπορεί να διαταράξουν τη φυσιολογική ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, πυροδοτώντας την έκκριση ορμονών και άλλων χημικών ουσιών του εγκεφάλου, προκαλώντας δυσλειτουργίες.

    Διαφοροδιάγνωση

    Είναι αναγκαίο να γίνει προσεκτική και διεξοδική αξιολόγηση για να διαγνωστεί η Αντικοινωνική Διαταραχή καθώς συχνά συγχέεται με την εγκληματική δραστηριότητα (δεν έχουν όλοι οι εγκληματίες αυτή τη διαταραχή), με ενήλικη αντικοινωνική συμπεριφορά καθώς και άλλες δραστηριότητες οι οποίες δεν δικαιολογούν τη διάγνωση διαταραχής προσωπικότητας.

    Πιο συγκεκριμένη, πολλές φορές η Αντικοινωνική Διαταραχή ίσως συγχέεται με την Οριακή Διαταραχή της Προσωπικότητας λόγω της αυτοκαταστροφικής και επιθετικής συμπεριφοράς. Στην Οριακή Διαταραχή όμως, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά είναι συχνότερη. Επίσης το άτομο διακατέχεται από αισθήματα ενοχής και αυτοκατηγορίας μετά από μιά άσχημη πράξη στην οποία προέβη, πράγμα που δεν εντοπίζεται σε έναν Αντικοινωνικό.

    Όσον αφορά την Διαταραχή της Διαγωγής (διαταραχή της παιδικής ηλικίας) άσχετα με το αν προδιαθέτει για μετέπειτα εκδήλωση της Αντικοινωνικής Διαταραχής, η διάγνωση της Αντικοινωνικής δεν μπορεί να δοθεί στα παιδιά, αλλά μόνο σε ενήλικες άνω των 18 ετών.
    Συχνή είναι η συνύπαρξη της Αντικοινωνικής και της Διαταραχής λόγω χρήσης Ψυχοδραστικών ουσιών, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις αλληλοσυμπληρώνονται τα κριτήρια και μπορούν να δοθούν και οι δύο διαγνώσεις. Μπορεί όμως και να υπάρχει μόνο αντικοινωνική συμπεριφορά σε ένα άτομο που κάνει χρήση ουσιών, χωρίς ιστορικό συμπτωμάτων.

    Συχνά η Αντικοινωνική Διαταραχή, ομοιάζει με Μανιακό επεισόδιο σε ορισμένες εκφάνσεις της. Όμως η μανία περιλαμβάνει αντικοινωνική συμπεριφορά, που είναι καθαρά επεισοδιακή και συνοδεύεται από έντονη και ευμετάβλητη διάθεση. Επίσης, δεν υπάρχει στο ιστορικό του ατόμου με μανία η Διαταραχή της Διαγωγής στην παιδική ηλικία (όπως συναντάται συνήθως στο ιστορικό του ατόμου με Αντικοινωνική Διαταραχή).

    Αντιμετώπιση

    Το άτομο με Αντικοινωνική Διαταραχή παρουσιάζει μία έντονη περιφρόνηση για τα προβλήματα που δημιουργεί στους άλλους. Συνήθως η έλευση του για θεραπευτική διαδικασία είναι ακούσια, και γίνεται μόνο κάτω από συνθήκες που το αναγκάζουν να το κάνει (π.χ. μία δικαστική διαμάχη, μία γνωμάτευση από ψυχίατρο κλπ). Παρόλα αυτά αν εγκαθιδρυθεί μια καλή και ισχυρή σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, ίσως η ίδια η σχέση να αποτελέσει την καλύτερη θεραπευτική παρέμβαση.

    Χαρακτηριστικό του ατόμου με Αντικοινωνική Διαταραχή είναι η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ συναισθημάτων και συμπεριφορών. Είναι σημαντικό για το άτομο να μπορέσει να κάνει συνδέσεις ανάμεσα στις πράξεις και στα συναισθήματά του. Τα συναισθήματα είναι συνήθως μια βασική πτυχή της θεραπείας αυτής της διαταραχής. Ο Αντικοινωνικός φαίνεται να είχε ελάχιστες ή καμία συναισθηματικά ικανοποιητική και σημαντική σχέση στη ζωή του, οπότε η θεραπευτική σχέση μπορεί να είναι μία από τις πρώτες. Αυτό ίσως είναι πολύ δύσκολο και απειλητικό για το άτομο αρχικά και μπορεί να γίνει ανυπόφορο. Μια στενή θεραπευτική σχέση μπορεί να προκύψει μόνο όταν έχει εγκαθιδρυθεί μια σταθερή συμπάθεια και επικοινωνία με τον θεραπευόμενο και εκείνος μπορεί μέσα του να εμπιστεύεται τον θεραπευτή. Ουσιαστικά χρειάζεται μέσα από την θεραπεία του να «μάθει» να σχετίζεται και να αισθάνεται.
    Επομένως, το περιεχόμενο της θεραπείας θα πρέπει να επικεντρωθεί στα συναισθήματα του θεραπευόμενου ή στην έλλειψη αυτών. Η ενίσχυση και η ώθηση του ατόμου να βιώσει και άλλα συναισθήματα πέρα από το θυμό ή την απογοήτευση, είναι συνήθως ευεργετική. Η βίωση έντονου συναισθήματος είναι συνήθως ένα σημάδι προόδου στη θεραπεία. Το να αφορά η θεραπευτική διαδικασία καθημερινά ζητήματα και ανησυχίες της πραγματικής ζωής, είναι ένας τρόπος θεραπευτικής αντιμετώπισης αυτής της διαταραχής αλλά πιθανότατα όχι τόσο αποτελεσματικός για την αλλαγή της συμπεριφοράς μακροπρόθεσμα. Είναι περισσότερο αναγκαία μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στην ανακάλυψη και την ταυτοποίηση κατάλληλων συναισθηματικών καταστάσεων.Συνήθως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να μπορέσει το άτομο να αλλάξει τις δυσλειρουργικές συμπεριφορές του, είναι να χρειαστεί να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες της συμπεριφοράς του.

    Βιβλιογραφία

    American Psychiatric Association, DSM-5, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας, 2015.

    National Collaborating Centre for Mental Health (UK), Antisocial Personality Disorder, The British Psychological Society & The Royal College of Psychiatrists, 2010.

    Snow J.B, Antisocial Personality Disorder: A Guide About People With Little Regard for Others, J.B. Snow Publishing, 2015.

    Αγγελική Τσαγκαράκη | Ψυχολόγος
    Ν.Καζαντζάκη 13 | 71202 | Ηράκλειο Κρήτης
    697 2603645  2810 226993
    www.angelikitsagkaraki.com